Μάντεψε πόσο σ αγαπώ!

   

Το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι, πηγαίνοντας για να κοιμηθεί, έπιασε τα μακριά αυτιά του Μεγάλου Καστανού Λαγού. Ήθελε να σιγουρευτεί ότι ο Μεγάλος Καστανός Λαγός άκουγε.

"Μάντεψε πόσο σ αγαπώ!" είπε.

"Ω! δε νομίζω ότι μπορώ να το μαντέψω αυτό!", είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.
"Τόσο πολύ!" είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδακι ανοίγοντας τα χέρια του όσο πιο πλατιά μπορούσε.
Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός είχε μεγαλύτερα χέρια. "Εγώ όμως αγαπώ ΕΣΕΝΑ τόσο πολύ!" είπε.

Χμ, αυτό είναι πολύ, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι. 
"Σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ να φτάσω!" είπε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι.
"Κι εγώ σ αγαπώ τόσο, όσο ψηλά μπορώ ΕΓΩ να φτάσω!", είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.
Αυτό είναι αρκετά ψηλά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι. Θα ήθελα κι εγώ να είχα χέρια τόσο μεγάλα.

Τότε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι είχε μια καλή ιδέα. Στηρίχτηκε στο έδαφος με τα χέρια του και έφτασε με τα πόδια του όσο πιο ψηλά μπορούσε στον κορμό του δέντρου.
"Σ αγαπώ μέχρι τα πόδια μου!" είπε.
"Κι εγώ σ αγαπώ μέχρι τα πόδια σου!", είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός σηκώνοντας το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι πάνω από το κεφάλι του.

"Σ αγαπώ τόσο όσο μπορώ να πηδήξω!" είπε γελώντας το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι πηδώντας πάνω κάτω.
"Αλλά εγώ σ αγαπώ όσο ΕΓΩ μπορώ να πηδήξω!" χαμογέλασε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός- και πήδηξε τόσο ψηλά που τα αυτιά του άγγιξαν τα κλαδιά του δέντρου.
Πολύ ψηλό πήδημα, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι. Αχ να πηδούσα κι Εγώ τόσο ψηλά!

"Σ αγαπώ από δω μέχρι το ποτάμι!", φώναξε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι.
"Σ αγαπώ και μετά από το ποτάμι, πάνω από τους λόφους!", είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός.

Είναι πράγματι πολύ μακριά, σκέφτηκε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι. Είχε νυστάξει πολύ για να σκεφτεί περισσότερο. Τότε κοίταξε μέσα από τους θάμνους την μεγάλη μαύρη νύχτα. Τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο μακριά από τον ουρανό.
"Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι!", είπε και τα μάτια του έκλεισαν.

"Ω αυτό είναι πολύ μακριά!", είπε ο Μεγάλος Καστανός Λαγός. "Είναι πολύ μακριά". Ο Μεγάλος Καστανός Λαγός έβαλε το Μικρό Καστανό Λαγουδάκι στο κρεβάτι του. Έσκυψε και το φίλησε στο μέτωπο. Μετά ξάπλωσε δίπλα του και ψιθύρισε με χαμόγελο:

"Σ αγαπώ μέχρι το φεγγάρι- ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΞΑΝΑ!".




Σαμ Μακμπράτνεϋ



Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Παραμύθι στο νερό

   

Μια φορά κι έναν καιρό, μακριά πολύ μακριά από εδώ που είμαστε τώρα υπήρχε μια θάλασσα διαφορετική από όλες τις άλλες!
Την έλεγαν "η πολύχρωμη θάλασσα". Όχι γιατί ήταν κόκκινη ή ροζ ή πορτοκαλί αλλά, γιατί τα ψαράκια, τα κοχύλια, οι πετρούλες και ό,τι ζωντανό ή ό,τι είχε αυτή η θάλασσα ήταν όλα χρωματιστά.
Ήταν πραγματικά το πιο πολύχρωμο μέρος όλου του κόσμου.
Ένα αληθινό ουράνιο τόξο, που έφτανε μέχρι τον πάτο του βυθού και γέμιζε με χρώματα και ομορφιά κάθε τι, που είχε την τύχη να ζει σ' αυτό το μέρος.
Ήταν πραγματικά πολύ τυχερά όσα ψαράκια έμεναν σ' εκείνο τον παράδεισο.

Όλα τα ψαράκια εκτός από ένα...
Τον Σπλιφ. Ή μάλλον τον Γκριζούλη.
Ή μάλλον τον Σπλιφ τον Γκριζούλη.
Ποιος είναι αυτός;
Ο Σπλιφ ο Γκριζούλης θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ευτυχισμένο ψαράκι όπως όλα τ' άλλα.
Δυστυχώς...
Τον ταλαιπωρούσε μια ιδιαιτερότητα, που είχε. Δεν είχε χρώμα!
Ήτα γκρίζος...!
Ευτυχώς...,
...θα μου πείτε δεν ήταν ο μόνος. Πολλά ψαράκια σε διάφορες θάλασσες του κόσμου είναι γκρι, οι οικοδομές στις πόλεις μας είναι γκρι, οι πέτρες είναι γκρι και τόσα άλλα...
Το ανησυχητικό όμως με το Σπλιφ το Γκριζούλη, ήταν άλλο.
Στη θάλασσα που ζούσε, μόνον αυτός ήταν χωρίς χρώμα!

- Πολύ περίεργη περίπτωση!
Έλεγε ο Μοβ γιατρός.
- Κρίμα το καημένο! Χωρίς χρώμα είναι άχρηστο στον τόπο μας!
Έλεγε η κακιά Κοκκινούλα η Ψιλομυτούλα.
Με μια κουβέντα, ο Σπλιφ ο Γκριζούλης ζούσε μια ζωή αρκετά μπερδεμένη...
Αναρωτιόταν για διάφορα πράγματα.
Ή μάλλον μόνο για ένα πράγμα, πάντα το ίδιο:
- Γιατί δεν έχω χρώμα;
Σιγά σιγά ο Σπλιφ ο Γκριζούλης απομονώθηκε. Σταμάτησε να παίζει με τα υπόλοιπα ψαράκια, που φυσικά με δυσκολία τον παίζανε, γιατί με δυσκολία ανεχόταν να ακούει για το χρώμα του.
- Κοίτα πόσο άσχημος είναι!
- Πω, πω ...χωρίς χρώμα!
- Λες να μας κολλήσει;
Έτσι ο Σπλιφ προτιμούσε να παίζει μόνος του. Ολομόναχος...!

- Είμαι ένα γκρι υποβρύχιο, πολύ δυνατό! Χε! Χε!, έλεγε ο Σπλιφ ο Γκριζούλης και έσπαγε πλάκα μόνος του.
Και ο καιρός περνούσε και περνούσε και περνούσε και ο Σπλιφ ο Γκριζούλης έμενε όλο και πιο μόνος. Τώρα πια, η μόνη του ευχαρίστηση ήταν να κάθεται στο ροζ βράχο και να αγναντεύει τα πανέμορφα πολύχρωμα ψάρια.
Μια μέρα καθόταν σ' αυτόν τον βράχο, όταν είδε από μακριά ένα μικρό ψαράκι. Ο Σπλιφ ο Γκριζούλης μαγεύτηκε! Δεν είχε δει στη ζωή του ποτέ ψάρι τόσο όμορφο, τόσο λαμπερό, με τόσο υπέροχα χρώματα!
Προς μεγάλη του έκπληξη το πανέμορφο ψάρι κατευθυνόταν ή μάλλον προσπαθούσε να κατευθυνθεί προς το μέρος του Σπλιφ του Γκριζούλη.
Και λέω προσπαθούσε, γιατί σκόνταφτε, τράκαιρνε πάνω στους βράχους, μπλεκόταν μέσα στα φύκια και κολυμπούσε σα να μην έβλεπε!
Βρε, τι κάνει αυτό το ψαράκι; Όσο όμορφο είναι άλλο τόσο χαζό πρέπει να είναι! Είπε από μέσα του ο Σπλιφ ο Γκριζούλης.

Το πανέμορφο ψαράκι έφτασε πιο πολύ κοντά στον Σπλιφ τον Γκριζούλη, όταν... μπουμμμ... πήγε και έπεσε πάνω του!
- Ωχ! Συγγνώμη. Χίλια συγγνώμη! Είπε το πανέμορφο ψάρι.
- Λυπάμαι που έπεσα πάνω σου και που ίσως σου χάλασα τα πολύχρωμα λέπια σου. Να σε βοηθήσω...!

- Τα πολύχρωμα λέπια μου; Το βρίσκεις σωστό να κοροϊδεύεις εμένα, επειδή δεν είμαι τόσο όμορφος όσο εσύ; Μπράβο σου!
Ωραία συμπεριφορά! Είπε πλέον θυμωμένος ο Σπλιφ ο Γκριζούλης.
- Μα... Όχι! ...Όχι! Με παρεξήγησες. Απλά... δεν βλέπω.
- Δεν βλέπεις; Είπε ο Σπλιφ ο Γκριζούλης. Δεν βλέπεις τίποτα;

- Ναι, έχω γεννηθεί τυφλός. Αλλά δεν με πειράζει πολύ.
Πιο πολύ πειράζει τους άλλους.
Ενοχλούνται με τη διαφορετικότητά μου! Και δεν μου κάνουν παρέα.
Εμένα όμως δεν με πειράζει.
Γιατί επειδή δεν βλέπω, έχω μάθει να ακούω καλύτερα.
Και να αισθάνομαι καλύτερα. Μπορώ να καταλάβω αν έρχεται καταιγίδα ή μπορώ να καταλάβω από χιλιόμετρα ένα ψαρά, που έρχεται προς το μέρος μου, είπε το πανέμορφο ψαράκι.
- Ω!!! μα αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Ξέρεις κι εγώ έχω μια ιδιαιτερότητα, είπε ο Σπλιφ ο Γκριζούλης και άρχισε να του λέει την ιστορία του.

Μιλούσαν ώρες...
Για το όνομα του Γκριζούλη και πώς του έβγαλαν το όνομα Σπλιφ, επειδή συνέχεια έκλαιγε για το γκρίζο του χρώμα. Για τον Ομορφούλη και πώς τον ονόμασαν Μπουμ, επειδή κουτουλούσε σε όλα, αφού δεν έβλεπε. Για πάρα πολλά πράγματα μίλησαν εκείνο το γλυκό απόγευμα, που έτυχε να γνωριστούν τα δυο διαφορετικά ψαράκια.

Φυσικά, δεν χρειάζεται να σας πω ότι τα δυο ψαράκια γίνανε αχώριστοι φίλοι.
Ο Σπλιφ ο Γκριζούλης ένιωθε πολύ όμορφα που ο τυφλός φίλος του μπορούσε να βλέπει μόνο τα χρώματα της ψυχής του και όχι το άσχημο γκρι δέρμα του και ο Μπουμ ο Ομορφούλης ένιωθε πανευτυχής, που ο γκρίζος φίλος του τον αντιμετώπιζε σαν ίσος προς ίσο παρά το πρόβλημά του.
Και περνούσε ο καιρός στην πολύχρωμη πολιτεία του νερού και όλοι οι κάτοικοί της ήταν ευτυχισμένοι!

Μια μέρα, εκεί που έπαιζαν οι δυο αχώριστοι φίλοι, ο Μπουμ ο Ομορφούλης πετάχτηκε πάνω καταφοβισμένος!
- Τι έπαθες; Σμέρνα σε τσίμπησε; Ρώτησε ο Γκριζούλης.
- Φίλε μου, αυτό που καταλαβαίνω είναι τρομερό! Μας πλησιάζει ένα ψαροκάικο που στα δίχτυα του είναι πιασμένα πολλά ψαράκια και από την άλλη μεριά έρχεται ένας ψαράς με δυναμίτη.
- Με δυναμίτη; Φώναξε ο Γκριζούλης. Δηλαδή;
- Δηλαδή, θα μας καταστρέψουν εντελώς Γκριζούλη, δεν το καταλαβαίνεις;
Θα ψαρέψουν όλους τους φίλους μας και τους συγγενείς μας και θα καταστρέψουν την πανέμορφη πολιτεία μας.
- Πρέπει να κάνουμε κάτι! Είπε έντρομος ο Ομορφούλης.

- Μόνοι μας; Τι είναι αυτό που μπορούμε να κάνουμε;
- Να συνεργαστούμε, Γκριζούλη. Οι δυο μας μαζί με τους υπόλοιπους του βυθού.
Γρήγορα! Εσύ που είσαι γκρι και δεν ξεχωρίζεις με φανταχτερά χρώματα, πήγαινε να ελευθερώσεις τους φίλους μας από τα δίχτυα. Εγώ θα πάω στο χωριό να φωνάξω το χρυσό Καρχαρία.
Οι άνθρωποι φοβούνται τους καρχαρίες! Νομίζουν ότι ο καρχαρίας τρώει ανθρώπους. Δεν σκέφτονται πόσους καρχαρίες τρώνε αυτοί! Γρήγορα...
Έτσι κι έγινε. Ο Γκριζούλης ελευθέρωσε τα ψαράκια, αφού πέρασε απαρατήρητος και έκανε μια μεγάλη τρύπα στα δίχτυα.
Ο Ομορφούλης, παρόλο το σκοτάδι των ματιών του, έτρεξε γρήγορα στο χωριό, τους φώναξε όλους, τους είπε το σχέδιο που καταστρώσανε και όλοι μαζί βοηθήσανε να σωθεί ο πολύτιμος βυθός τους.

Ο καρχαρίας τρόμαξε τόσο πολύ τον πονηρό ψαρά με το δυναμίτη, που τον έκανε να πηδήξει από τη βάρκα του και να κολυμπάει σαν τρελός.
Κάποια άλλα ψάρια μάζεψαν όλα τα μικρά ψαράκια σε ένα ασφαλές μέρος κάτω από μια ξέρα και όλα πήγαν καλά χάρη στη συνεργασία όλων!

Φυσικά μετά από αυτή την επιτυχία, ο Σπλιφ ο Γκριζούλης και ο Μπουμ ο Ομορφούλης έγιναν ήρωες! Είχαν σώσει την πολύχρωμη πολιτεία τους από τον κίνδυνο, μα δεν είχαν γίνει γι αυτό ήρωες, αλλά γιατί έμαθαν σ' όλους ότι ο καθένας μπορεί να δώσει κάτι παρά τις ιδιαιτερότητές του. Γιατί όλοι είναι ίσοι και απλά η συνεργασία και η φιλία είναι που κάνουν τα θαύματα!





Και έτσι έζησαν όλοι τους καλά κι εμείς... καλύτερα!



Συγγραφή: Ιωάννα Δημητριάδου
Εικονογράφηση: Παρασκευή Γελαράκη

Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Το χρυσό Μπαλόνι

   


Βρίσκονταν κάποτε σε μια αποθήκη δέκα όμορφα γυαλιστερά, γεμάτο χρώματα μπαλόνια, όλα ίδια στο σχήμα, στρογγυλά! Ήταν φουσκωμένα και πιασμένα με σχοινάκια τα οποία ήταν δεμένα σε μια βάση. Ήταν τόσο όμορφα! Ακόμα και τα ίδια καμάρωναν τον εαυτό τους στον καθρέφτη της αποθήκης!

- Τι ωραία που είμαστε! Δείτε χρώματα!!
- Άκουσα ότι θα στολίσουμε το πάρτυ ενός αγοριού.
- Σίγουρα θα κάνουμε φοβερή εντύπωση στα παιδιά που θα είναι εκεί!

Κάποιο από τα μπαλόνια κοίταξε κάτω και είδε κάτι που τράβηξε αμέσως την προσοχή όλων.

- Επ, ποιος είσαι εσύ; φώναξε το μπαλόνι σε αυτό που έβλεπε και δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν.
- Είμαι μπαλόνι κι εγώ! Είπε εκείνο από τη θέση που βρισκόταν, ξαπλωμένο στο πάτωμα.

Ήταν πολύ διαφορετικό από τα υπόλοιπα μπαλόνια. Μακρύ σε σχήμα και πολύ στενό, με ένα χρώμα αλλιώτικο από τα άλλα, σχεδόν χρυσό. Ήταν φουσκωμένο και παρατημένο στο πάτωμα.

- Χα, χα! Ακούστε παιδιά, είναι μπαλόνι! Απάντησε ένα από τα δεμένα μπαλόνια και όλα τα υπόλοιπα ξέσπασαν σε γέλια!
- Και τι σόι μπαλόνι είσαι έτσι μακρόστενο; Πώς θα σε κρατούν τα παιδιά και θα παίζουν;
- Μα εγώ...
- Σίγουρα ο κλόουν που μας φούσκωσε πριν από λίγο έκανε λάθος και γι’ αυτό σε παράτησε. Μάλλον θα είσαι το μοναδικό στον κόσμο με τέτοιο σχήμα!! Τι ατυχία μικρέ...

Το μπαλόνι λυπήθηκε πολύ. Κοίταξε δειλά άλλη μια φορά τα μπαλόνια που κρέμονταν ακριβώς από πάνω του και το έπιασε το παράπονο. Γιατί να είχε φτιαχτεί τόσο αλλιώτικο από τα άλλα; Άρχισε κιόλας να πιστεύει πως ήταν πολύ άσχημο. Είναι άδικο σκεφτόταν, να είναι ένα μπαλόνι που δεν έχει ωραίο χρώμα και δεν χρησιμεύει σε τίποτα.. Μάλλον κάποιο λάθος είχαν κάνει στο εργοστάσιο κατασκευής.

- Και τι χρώμα είναι αυτό; Πρώτη φορά βλέπουμε τέτοιο χρώμα, συνέχισαν να κοροϊδεύουν τα στρογγυλά μπαλόνια.

Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε ξανά ο κλόουν στην αποθήκη!

- Εμπρός λοιπόν, ξεκινάμε, είπε δυνατά σαν να μιλούσε στα μπαλόνια. Πήρε τα δεμένα στο ένα του χέρι και με το άλλο κράτησε το μακρόστενο που ήταν στο πάτωμα. Λίγο πριν κλείσει την πόρτα ξαναγύρισε πίσω, πήρε ένα σακουλάκι που είχε μέσα κάτι χρωματιστό και συνέχισε. Έβαλε τα δεμένα μπαλόνια σε μια άκρη, να στολίζουν το πάρτυ και ακούμπησε το μακρόστενο μπαλόνι και το σακουλάκι στο τραπέζι, μαζί με άλλα πράγματα που είχε φέρει.

Τα παιδιά είχαν φτάσει από νωρίς. Δυνατή μουσική, λαχταριστός μπουφές και παντού σκορπισμένα δώρα για το αγόρι που είχε γενέθλια.
Ο κλόουν πήρε δύο ντραμς και με αστείο τρόπο τα χτύπησε και τράβηξε την προσοχή των παιδιών!

- Λοιπόν αγαπητά μου παιδιά! Επειδή ξέρω πόσο πολύ σας αρέσουν τα παιχνίδια με τους πειρατές, σας έχω μια έκπληξη. Θα φτιάξουμε για όλους σπαθιά και πειρατικά καπέλα από μπαλόνια!

- Μα, πώς; Αναρωτήθηκαν τα στρογγυλά μπαλόνια και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.


Το μακρόστενο μπαλόνι κοιτούσε κι αυτό με απορία. Ο κλόουν πήρε το σακουλάκι και άρχισε να βγάζει ξεφούσκωτα μπαλόνια. Μπλε, κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και ένα σωρό άλλα χρώματα. Με ένα ειδικό μηχάνημα σιγά-σιγά άρχισε να τους δίνει σχήμα. Το σπουδαίο όμως είναι ότι ήταν ακριβώς σαν το μπαλόνι που βρισκόταν πριν λίγη ώρα στο πάτωμα της αποθήκης.

- Δεν είμαι μόνος μου! Είναι κι άλλοι όπως εγώ! Κοιτάξτε! Φώναζε χαρούμενο το χρυσαφένιο μπαλόνι!

Τα υπόλοιπα μπαλόνια δεν πίστευαν στα μάτια τους.. Ο κλόουν τότε με επιδέξιες κινήσεις, τα λύγιζε και τους έδινε όμορφα σχήματα. Καπέλα, ζώνες και σπαθιά για τα αγόρια, λουλούδια και σκυλάκια για τα κορίτσια και ότι άλλο ήθελε το κάθε παιδί.

- Και τέλος, είπε ο κλόουν, το ξεχωριστό αυτό χρυσό μπαλόνι, θα γίνει το σπαθί του αρχηγού των πειρατών που έχει σήμερα τα γενέθλιά του!

Το χρυσό μπαλόνι όχι μόνο κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνο του, αλλά ήταν και το πιο σημαντικό από όλα, το πιο ξεχωριστό.

- Τελικά δεν ήμουν τόσο ασήμαντος όσο νομίζατε! Είπε στα μπαλόνια που τον κοίταζαν μετανιωμένα που του είχαν μιλήσει τόσο άσχημα.
- Μας συγχωρείς, του είπαν και φαινόταν να το εννοούν πραγματικά.

Όλα τα παιδάκια έπαιζαν χαρούμενα. Ξαφνικά ένα σταμάτησε και διέκοψε το παιχνίδι για να ζητήσει κάτι.

- Κι εκείνα τα ασήμαντα μπαλόνια; Μπορούμε κύριε κλόουν να τα σπάσουμε;
- Φυσικά! Είπε ο κλόουν. Αφού το θέλετε!


Τα μπαλόνια μόλις άκουσαν τι πρόκειται να τους συμβεί, τρόμαξαν! Κατάλαβαν πόσο άδικα φέρθηκαν στο μακρόστενο μπαλόνι.
Τα παιδιά με το σύνθημα του κλόουν έτρεξαν να τα σπάσουν.
Το παιδί όμως που κρατούσε το χρυσό σπαθί έμεινε πίσω. Όπως το είχε στα χέρια του, κοίταξε πόσο όμορφο ήταν και σκέφτηκε πως θα ήταν κρίμα να σπάσουν τους φίλους του.

- Σταματήστε! Φώναξε πολύ δυνατά για να τον ακούσουν! Τίποτα δεν είναι ασήμαντο! Ακόμα και αυτά τα μπαλόνια μπορούν να χρησιμεύσουν σε κάτι. Δείτε! Θα πάρουμε μαρκαδόρους και θα ζωγραφίσουμε πάνω τους πρόσωπα. Έτσι θα μπορούν να παριστάνουν τους αιχμαλώτους στο πειρατικό μας καράβι!

- Ναι!!!! Φώναξαν τα παιδιά!

Μεμιάς ξεπήδησαν ένα σωρό αστείες φάτσες. Μπλε πειρατές, πράσινοι και κίτρινοι θαλασσοπόροι, ροζ και κόκκινες πριγκίπισσες, αιχμάλωτες των πειρατών. Το παιχνίδι και η φαντασία των παιδιών δεν είχε τελειωμό.
Τα μπαλόνια ένιωσαν μεγάλη ανακούφιση και πέρασαν πολύ όμορφα! Στο τέλος τα παιδιά τα πήραν μαζί τους για να τα στολίσουν στα δωμάτιά τους. Πριν αποχαιρετιστούν, τα στρογγυλά μπαλόνια ευχαρίστησαν τον χρυσό φίλο τους γιατί χάρη σ’ αυτόν πήραν και πάλι αξία!

Εκείνο το πάρτυ έμεινε αξέχαστο σε όλους.



Συγγραφή: Αθανασία Γαϊτανίδου
Εικονογράφηση: Μαίρη Λαμπαδαρίου
Εκδόσεις Σαΐτα


Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Το άτακτο κουνουπάκι

   



Κάποτε σ’ένα μαγικό δάσος ζούσαν αρμονικά πολλά και διάφορα ζώα. Από τα πιο μικρά και ήρεμα, μέχρι τα πιο μεγάλα και άγρια. Φυσικά σε ένα μαγικό δάσος τα ζώα έχουν φανταστικές ιδιότητες, όπως να μιλάνε.

Κάπου εκεί στο δάσος σ’ένα όμορφο και ψηλό δέντρο, ζούσε μια κουκουβάγια που φημιζότανε για την εξυπνάδα της και τη σοφία της. Συμβούλευε όλα τα ζώα και έλυνε πολλά προβλήματα.
Κοντά στο δέντρο της κουκουβάγιας, στον πιο μικρό από τους βάλτους ζούσε μια οικογένεια κουνουπιών. Πάντα τα κουνούπια συμβουλεύονταν την κουκουβάγια, γιατί το δάσος, αν και μαγικό έκρυβε πολλούς κινδύνους!
Έτσι μία από αυτές τις μέρες η κουκουβάγια, καλεί όλα τα μικρά κουνουπάκια να κάνουνε ένα κύκλο γύρω από αυτή

- Μικροί μου φίλοι θα σας πω δυο λόγια για το τί πρέπει να προσέχετε. Να αποφεύγετε να πετάτε πάνω από τους μεγάλους βάλτους.
- Και γιατί να γίνεται αυτό; Ρώτησε το μικρότερο κουνουπάκι. Αφού κι εμείς στους βάλτους μένουμε!
- Γιατί μικρό μου κουνουπάκι, οι βάτραχοι που κατοικούν στους βάλτους, είναι επικίνδυνοι για εσάς. Μπορούν καθώς εσείς πετάτε, να σας κάνουν μια μπουκιά!
- Και γιατί να μας φάνε και να μην είμαστε φίλοι;
- Θα σας εξηγήσω αμέσως, είπε η σοφή κουκουβάγια: Μάθετε λοιπόν πως οι βάτραχοι τρέφονται με έντομα, ιδίως με κουνουπάκια. Δεν το κάνουν από κακία αλλά από τη φύση τους φτιάχτηκαν έτσι.
Τα μικρά κουνουπάκια φοβισμένα κοιτούσαν την ευγενική κουκουβάγια τώρα πιο προσεκτικά και αυτή τη φορά, κανένα δεν είπε τίποτα, ούτε το μικρότερο απ’ όλα που ήταν και το πιο άτακτο!

- Λοιπόν, πάτε στα σπίτια σας και να θυμάστε για το καλό σας! Μακριά από τους μεγάλους βάλτους!

Αυτά τους είπε η κουκουβάγια ελπίζοντας να ακούσουν τις συμβουλές της. Παρ’ ολ’ αυτά το πιο μικρό και πιο άτακτο που το έλεγαν Κώνωψ έκανε πάντα το δικό του, χωρίς να ακούει κανέναν. Έτσι μια μέρα εκεί που έκανε ανέμελο βόλτα στο δάσος, πλησιάζοντας προς το μεγάλο βάλτο είδε έξαφνα ένα μεγάλο φίδι να επιτίθεται σε ένα μικρό βατραχάκι! Ο μικρός Κώνωψ τα έχασε μ’ αυτό το θέαμα!

- Τι να κάνω; Είπε από μέσα του. Το καημένο βατραχάκι κινδυνεύει, πρέπει να το σώσω!

Χωρίς να περιμένει λεπτό, πέταξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και βάζοντας όλη του τη δύναμη, τσίμπησε το φίδι! Ταραγμένο εκείνο το έβαλε στα πόδια!

- Σε ευχαριστώ πολύ που με έσωσες φίλε μου. Είσαι πολύ θαρραλέος! Είπε το βατραχάκι. Πώς σε λένε;
- Με λένε Κώνωψ. Έκανα αυτό που έπρεπε, απάντησε το κουνουπάκι!
- Και δε φοβήθηκες για τη ζωή σου;
- Μόλις είδα ότι κινδυνεύεις δε σκέφτηκα τίποτα! Απάντησε με Θάρρος.

Από τότε συνέβη κάτι ασυνήθιστο για το μαγικό δάσος και για όλα τα δάση του κόσμου! Ο μικρός Κώνωψ και το βατραχάκι έγιναν φίλοι!
Όταν το έμαθε αυτό η κουκουβάγια, πέταξε στο ψηλό δέντρο, έφερε ένα τεράστιο βιβλίο και είπε :

- Απ’ ότι βλέπω στο βιβλίο των προγόνων μου, κάτι τέτοιο έχει να συμβεί από την εποχή του προ-προ-προ-προ-προ-προ-προ.. μισό λεπτό να δω .. προ-προ-προ-προπάππου μου! Πού ακούστηκε οι αιώνιοι εχθροί, να είναι φίλοι! Πρόσεχε Κώνωψ μην την πατήσεις κάποια μέρα!

Το κουνουπάκι λίγο σκέφτηκε τα λόγια της κουκουβάγιας και ανέμελο τριγυρνούσε καθημερινά στο δάσος, πετώντας προς τον μεγάλο βάλτο για να συναντήσει τον φίλο του. Κάποια μέρα κουρασμένο όπως ήταν, αφού έψαχνε για ώρες τον φίλο του, έκατσε στην άκρη του βάλτου για να ξεκουραστεί. Ήταν τόσο εξαντλημένο όμως που ξεχάστηκε και ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του μια οικογένεια βατράχων.
Το είχαν περικυκλώσει κι ενώ ετοιμάζονταν να το κάνουν μια μπουκιά, ακούστηκε από το βάθος ο φίλος του να κοάζει θυμωμένα και ανήσυχα! Την ίδια στιγμή ο Κώνωψ βρήκε την ευκαιρία να πετάξει γρήγορα και να ξεφύγει!
Όταν οι βάτραχοι απομακρύνθηκαν, το μικρό βατραχάκι έκανε νόημα στον Κώνωψ να κατέβει.

- Δεν έχω λόγια για να σε ευχαριστήσω, είπε!
- Δεν χρειάζεται φίλε μου, για αυτό είναι οι φίλοι, είπε χαμογελώντας το βατραχάκι.

Από εκείνη τη μέρα και ύστερα, το μικρο βατραχάκι και το μικρό κουνουπάκι έγιναν δυο αχώριστοι φίλοι και όπου κι αν κοιτούσες, μαζί θα τους έβλεπες!
Έτσι κυλούσαν ευχάριστα οι μέρες στο μαγικό δάσος με παιχνίδια αλλά και με περιπέτειες για τους μικρούς μας φίλους, τις οποίες αντιμετώπιζαν πάντα μαζί!


Πηγή: paramythi.com

Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Ο Μαγικός Καθρέφτης (Παραμύθι από την Ισπανία)

   

Μια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα μακρινό βασίλειο, ζούσε ένας βασιλιάς. Παρόλο που ήταν νέος κι έκανε πολλά λάθη στην διακυβέρνηση του τόπου, οι υπήκοοί του τον αγαπούσαν πολύ, και ξέρετε γιατί; Επειδή παραδεχόταν τα λάθη του και προσπαθούσε να τα διορθώσει.

Κάποτε ο βασιλιάς αποφάσισε ότι ήταν καιρός να παντρευτεί. Αλλά πώς να διαλέξει την κατάλληλη κοπέλα; Ρώτησε τον κουρέα του την ώρα που τον ξύριζε.

- Μην ανησυχείς, βασιλιά μου, του απάντησε ο κουρέας. Θα σε βοηθήσω εγώ.

Από την άλλη κιόλας μέρα ο κουρέας έλεγε σε καθένα που έμπαινε στο μαγαζί του ότι ο βασιλιάς ήθελε να παντρευτεί.

- Και πώς θα διαλέξει τη νύφη; τον ρωτούσαν όλοι.

Τότε εκείνος τους έδειχνε έναν ωραίο χρυσοστόλιστο καθρέφτη και τους έλεγε:

- Βλέπετε αυτόν τον καθρέφτη; Είναι μαγικός! Αν κάποιος κοιταχτεί μέσα, κάθε του ελάττωμα θα θαμπώσει το κρύσταλλο σα λεκές! Όποια κοπέλα λοιπόν θέλει να παντρευτεί το βασιλιά πρέπει να κοιταχτεί μέσα στον καθρέφτη για να φανούν τα ελαττώματά της. Εγώ θα βρίσκομαι δίπλα της για να τα δω και να τα πω στο βασιλιά. Κι εκείνος θα αποφασίσει αν η κοπέλα του ταιριάζει ή όχι.

Στόμα με στόμα η είδηση έφτασε σε όλους τους κατοίκους του βασιλείου. Πολλοί γέλασαν με τον παράξενο τρόπο που θα χρησιμοποιούσε ο κουρέας του βασιλιά για να του βρει νύφη. Όλος ο κόσμος νόμιζε ότι οι ανύπαντρες κοπέλες θα έκαναν ουρές έξω από το κουρείο για να δοκιμάσουν την τύχη τους. Όμως δεν πήγε καμιά!

Περνούσαν οι μέρες, περνούσαν οι εβδομάδες, αλλά καμιά κοπέλα, ούτε φτωχή ούτε πλούσια, δεν είχε το θάρρος να δείξει τα ελαττώματά της στον καθρέφτη του κουρέα.

Ο καημένος ο βασιλιάς ήταν πολύ στενοχωρημένος που καμιά κοπέλα δε ζητούσε να τον παντρευτεί.

- Οι βασιλιάδες των γειτονικών χωρών δε δυσκολεύτηκαν να βρουν γυναίκα. Εγώ γιατί δε μπορώ να βρω μία; ρωτούσε τον κουρέα του.

- Βασιλιά μου, απαντούσε εκείνος, κάνε υπομονή. Πολλές κοπέλες θάθελαν να γίνουν βασίλισσες αλλά φοβούνται να κοιτάξουν στο μαγικό καθρέφτη. Εδώ που τα λέμε δεν είναι εύκολο πράγμα να φανερώσει κάποιος τα ελαττώματά του. Ας περιμένουμε λίγο ακόμα μήπως κάποια πάρει θάρρος κι έρθει να κοιτάξει μέσα στον καθρέφτη μου.

Αλλά πέρασαν κι άλλες μέρες χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο βασιλιάς απελπίστηκε. Έχασε την υπομονή του και μάλωσε τον κουρέα του:

- Μ’ αυτές τις παράξενες ιδέες σου κατάντησα να μη μπορώ να βρω γυναίκα! Υποσχέθηκες να μου βρεις μια κοπέλα αντάξιά μου. Βρες τη μου λοιπόν!

- Υπάρχει ακόμα μια ελπίδα, είπε σκεπτικός ο κουρέας. Η βοσκοπούλα, που βόσκει το κοπάδι της στο απέναντι βουνό, ίσως να μη φοβηθεί τη μαγική δύναμη του καθρέφτη μου. Όμως θα τη δεχόσουν για γυναίκα σου;

- Παράγγειλέ της να έρθει, απάντησε ο βασιλιάς. Εξήγησέ της τι κάνει ο μαγικός καθρέφτης και πες της ότι πρέπει να κοιταχτεί μέσα σ’ αυτόν. Αν αποφασίσει να έρθει θα τη δεχτώ με όλες τις τιμές στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.

Η βοσκοπούλα ήταν μια απλή κοπέλα, ούτε πολύ όμορφη ούτε πολύ άσχημη. Ζούσε σ’ ένα σπιτάκι κοντά στους πρόποδες του βουνού. Κάθε μέρα ξυπνούσε από τα χαράματα για να βοσκήσει τα πρόβατά της, που τ’ αγαπούσε και τα φρόντιζε πολύ. Όταν έμαθε ότι ο βασιλιάς της ζητούσε να δοκιμάσει το μαγικό καθρέφτη δέχτηκε.

Την καθορισμένη ημέρα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Όταν η βοσκοπούλα μπήκε μέσα, ο βασιλιάς την υποδέχτηκε ευγενικά και της είπε:

- Καλή μου κοπέλα, χαίρομαι που ήρθες! Αν θέλεις να γίνεις γυναίκα μου πρέπει να κοιταχτείς μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη. Αν έχεις κάνει στη ζωή σου κάτι που δεν είναι σωστό, ο καθρέφτης θα θαμπώσει.

- Βασιλιά μου, απάντησε η κοπέλα, κάνω λάθη κάθε μέρα, όπως συμβαίνει σε όλους. Να, για παράδειγμα, πολλές φορές οδηγώ το κοπάδι μου σ’ ένα λιβάδι που δεν έχει πολύ χορτάρι, κι έτσι τα πρόβατά μου μένουν πεινασμένα. Άλλες φορές τα έχω βγάλει να βοσκήσουν με άσχημο καιρό και μερικά μου έχουν αρρωστήσει. Μια φορά αναποδογύρισα κατά λάθος το δοχείο με το γάλα και το γάλα χύθηκε όλο στο πάτωμα. Όμως παραδέχομαι τα λάθη μου και προσπαθώ να μην τα ξανακάνω. Φαίνεται ότι τα πρόβατά μου 
καταλαβαίνουν την προσπάθειά μου και με εμπιστεύονται. Δε με νοιάζει αν θα γίνω βασίλισσα αλλά θα κοιταχτώ στον καθρέφτη σου γιατί δεν έχω τίποτα να κρύψω.

Και πλησιάζοντας τον καθρέφτη, κοιτάχτηκε μέσα… Είδε το πρόσωπό της να απεικονίζεται πεντακάθαρα στην επιφάνειά του χωρίς να θαμπώσει καθόλου το κρύσταλλο. Οι κοπέλες που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα πλησίασαν κι αυτές και κοίταξαν μέσα. Τα πρόσωπά τους καθρεφτίστηκαν καθαρά. Τότε έγινε φασαρία και οι κοπέλες φώναζαν θυμωμένες:

- Μας ξεγελάσατε! Αυτός ο καθρέφτης δεν είναι μαγικός. Είναι ένας καθρέφτης σαν όλους τους άλλους!

- Όχι κοπέλες μου, απάντησε ήρεμα ο βασιλιάς. Μόνες σας πέσατε στην παγίδα. Αν είχατε εμπιστοσύνη στον εαυτό σας, όπως η βοσκοπούλα, δε θα φοβόσαστε να κοιταχτείτε στον καθρέφτη.

Έτσι ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη βοσκοπούλα και κυβέρνησαν μαζί το βασίλειο για πολλά πολλά χρόνια, με αγάπη και δικαιοσύνη. Αλλά η βοσκοπούλα δεν ξέχασε το κοπάδι της. Το έδωσε στον καλύτερο βοσκό του βασιλιά, που το αγαπούσε και το φρόντιζε όπως εκείνη!



Από το βιβλίο Tales from the Lands of Nuts and Grapes: Spanish and Portuguese Folklore, by Charles Sellers, London, 1888. Απόδοση Άννα Αλιφραγκή

Πηγή: synthesi.com.gr
Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Καλοκαιρινή Κατασκευή Ενυδρείο από Κουτί

   


Καλοκαιρινή Κατασκευή Ενυδρείο από Κουτί για να στολίσετε το παιδικό σας δωμάτιο με τα δικά σας αυτοσχέδια ψαράκια.

Υλικά Κατασκευής:
κουτί, χαρτιά γκοφρέ, αφρώδες υλικό, χρώματα, σύρμα, πέτρες, χρυσόσκονη, κόλλα, ψαλίδι

Στάδια:
1. Κόψτε και αφαίρεστε ένα ορθογώνιο από το καπάκι και τον πάτο του κουτιού, αφήνοντας περιθώριο 2 εκ.
2. Βάψτε το κουτί μπλε και κολλήστε στην εσωτερική πλευρά του γαλάζιο σελοφάν.
3. Κόψτε λωρίδες από χαρτιά γκοφρέ και κολλήστε τες στο πάνω και το κάτω μέρος του κουτιού.
4. Κόψτε ψαράκια με αφρώδες υλικό και διακοσμήστε τα.
5. Κόψτε σύρμα και κολλήστε το στο πάνω μέρος του κουτιού και πάνω σε αυτό κόλλα τα ψαράκια.
6. Βάλτε πέτρες και κοχύλια στο κάτω μέρος του ενυδρείου.

Γνωρίζατε ότι:


 Το Chimelong Ocean Kingdom, που αποτελεί μέρος του ομώνυμου ξενοδοχείου στο νησί Hengqin στη Σαγκάη έχει πιστοποιηθεί από το Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες, ως μεγαλύτερο ενυδρείο στον κόσμο. Οι χιλιάδες επισκέπτες του μπορούν να θαυμάσουν σπάνια ψάρια και θηλαστικά αλλά και δρώμενα με δύτες στις τεράστιες δεξαμενές. Οι υπεύθυνοι του ενυδρείου περήφανοι για το Chimelong Ocean Kingdom κάνουν λόγο για ένα αριστούργημα, που δίνει τη δυνατότητα στον κόσμο να δει καλύτερα το βυθό.




Πηγή: kidsfun.gr

Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Όπου η Τρελούτσικη γίνεται ένας ήλιος αρμυρός, ήλιος θαλασσινός

   

Η αχτιδούλα φτερούγισε πάνω στο κύμα.

– Όμορφος που ’ναι ο γιαλός! θαύμασε.

– Όμορφος που ’ναι ο Μάης! της αποκρίθηκε το σγουρό κύμα.

– Έλα μαζί μου, του είπε η αχτίδα. Θα σε σεργιανίσω στα τριαντάφυλλα και στα σπαρτά, θα σε φιλέψω κεράσια και μέλι.

– Έλα μαζί μου, της είπε το κύμα. Θα σε πάω στις βουλιαγμένες πολιτείες και στα πέτρινα καράβια.

Η Τρελούτσικη κοντοστάθηκε μαγεμένη.

– Έλα, της ξανάπε το κύμα. Κατέβα λίγο και στο δικό μας κόσμο. Εδώ κάτω είναι κρύο και σκοτεινιά. Ούτε φως ούτε παραμύθια. Έλα να φτιάξουμε έναν ήλιο, έναν ήλιο δικό μας, αρμυρό, ήλιο θαλασσινό…

Η ηλιαχτίδα κοίταξε τα βουνά, τις πολιτείες και τον ουρανό. Τα βουνά ονειρεύονταν, οι πολιτείες κουβεντιάζανε, ο ουρανός ήταν χρυσός, γεμάτος Άνοιξη και ηλιαχτίδες.

– Εδώ δε με χρειάζονται, μουρμούρισε η Τρελούτσικη. Κι ύστερα φώναξε του Ήλιου:

– Ήλιε μου, άσε με να κατεβώ στη θάλασσα, παρέα με το φιλαράκο μου το κύμα. Θα σεργιανίσουμε στις βουλιαγμένες πολιτείες και θα ζεστάνουμε τα πέτρινα καράβια!

– Να πας, κορούλα μου, είπε ο Ήλιος.

– Όχι! φώναξε ο αέρας. Δε θα σ’ αφήσω να φύγεις. Είσαι παιδί δικό μας. Δε θα πας στη θάλασσα!

– Σε παρακαλώ, κυρ αέρα μου, είπε και το κύμα. Δώσε μας την ηλιαχτίδα και ζήτα ό,τι θες.

– Καλά… θα δούμε… Ώσπου να δύσει ο ήλιος θα σας απαντήσω.

Η Τρελούτσικη και το κύμα χαμογέλασαν.

– Θα ζεστάνουμε την άμμο και θ’ ανθίζουν ρόδα κι ανεμώνες, είπε το κύμα.

– Θα φωτίσουμε την άβυσσο και θα γνωριστούνε τα ψάρια και θα γίνουν φίλοι, είπε η ηλιαχτίδα.

– Θα στολίσουμε με σπίθες τα θαλασσινά κοράλια, είπε το κύμα.

– Θα νανουρίσουμε με παραμύθια τα μικρά χταπόδια, μουρμούρισε η αχτιδούλα.

– Θα ’ναι ωραία…, ψιθύρισε η θάλασσα.

Μα, σαν έφτασε το δειλινό και πριν πέσει το σκοτάδι, ο αέρας είπε:

– Κάναμε συμβούλιο με τ’ άλλα πλάσματα της φύσης κι αποφασίσαμε να μην αφήσουμε την ηλιαχτίδα να φύγει…

– Αυτό είναι άδικο! φώναξε η Τρελούτσικη. Η θάλασσα μ’ έχει ανάγκη.

– … εκτός αν, συνέχισε ο αέρας, εκτός αν ένα πλάσμα της θάλασσας έρθει σε μας!

Σώπασε η θάλασσα. Σώπασε η αχτιδούλα. Ο Ήλιος κούνησε το κεφάλι του. Μια Τρελούτσικη ηλιαχτίδα μπορούσε να πάει στη θάλασσα. Μια Τρελούτσικη ηλιαχτίδα μπορούσε να πάει παντού. Μα ποιο θαλασσινό θα άφηνε το νερό και την αρμύρα;

– Εγώ! είπε το σγουρό κύμα. Εγώ θ’ ανέβω στον ουρανό.

Γοργά γοργά η θάλασσα το ’πλυνε, το στόλισε, το φίλησε και το ’στειλε στη μαγική σπηλιά που ’ναι καταμεσής στο πέλαγο.

Γοργά γοργά ο Ήλιος στόλισε την Τρελούτσικη, τη φίλησε και την έστειλε στη μαγική σπηλιά που ’ναι καμωμένη από αλάτι και κοχύλια. Κι από κει, αφού γλυκοφιλήθηκαν κι ορκίστηκαν πάντα ν’ αγαπιούνται, το κύμα κι η αχτίδα,χώρισαν.

Το κύμα έγινε σύννεφο κι ανέβηκε στον ουρανό.

Κι η Τρελούτσικη βούτηξε στη θάλασσα κι έγινε ένας μικρός ήλιος με πουκαμισάκι από αλάτι κι αφρό, ήλιος αρμυρός, να φωτίζει τα ψαράκια, να ομορφαίνει τα θαλασσινά λουλούδια, να λέει παραμύθια για τα δελφίνια και τα φεγγαρόψαρα.


Ένα παραμυθάκι της Ζωής Βαλάση.



Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Κατασκευή Ρομπότ για Παιχνίδι

   

Η κατασκευή ρομπότ για παιχνίδι θα διασκεδάσει εσένα και τους φίλους σου. Επίσης είναι μια πολύ αφορμή να ανακυκλώσεις τα άχρηστα κουτάκια κονσέρβας.


Υλικά για την Κατασκευή:

κονσερβοκούτια, μαγνήτες, ζεστή κόλλα
μεταλλικά και συρμάτινα αντικείμενα

Στάδια Κατασκευής:

Βάλε κονσέρβες τη μια πάνω στην άλλη έτσι ώστε να σχηματίσεις το σώμα, τα μέλη και το κεφάλι του ρομπότ.
Κόλλησε τις κονσέρβες μεταξύ τους με τη ζεστή κόλλα.
Κόλλησε τα μεταλλικά αντικείμενα για να σχηματίσεις τα χαρακτηριστικά του προσώπου και για να διακοσμήσεις το ρομπότ.
Αν θες μπορείς να βάλεις ροδάκια στα πόδια του ρομπότ σου για να κινείται (ζήτα βοήθεια από τους γονείς σου).

Γνώριζες ότι:

Ο Τάλως ήταν το πρώτο ρομπότ στην ιστορία, που προστάτευε την Κρήτη από κάθε επίδοξο εχθρό. Ο Τάλως είναι από τις πιο αγαπητές μυθικές προσωπικότητες του αρχαίου κόσμου, ήταν γιγάντιος, ανθρωπόμορφος και με σώμα από χαλκό.



Πηγή: kidsfun.gr


Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

O πιστός φίλος

   

O μικρούλης Χανς είχε πολλούς φίλους, αλλά ο πιο πιστός του φίλος ήταν ο Χιου ο μυλωνάς. Κι αλήθεια, τόσο αφοσιωμένος ήταν ο πλούσιος μυλωνάς στο μικρούλη Χανς, που δεν περνούσε ποτέ από τον κήπο του δίχως να σκύψει πάνω απ’ τη μάντρα για να κόψει ένα μεγάλο μπουκέτο λουλούδια ή μια χούφτα αρωματικά βότανα, ή δίχως να γεμίσει τις τσέπες του με κεράσια και δαμάσκηνα, αν ήταν η εποχή τους.

«Oι αληθινοί φίλοι πρέπει να μοιράζονται τα πάντα», έλεγε ο μυλωνάς, κι ο μικρούλης Χανς κουνούσε το κεφάλι χαμογελώντας και καμάρωνε που είχε ένα φίλο με τόσο ευγενικές ιδέες.

Καμιά φορά, ωστόσο, οι γείτονες παραξενεύονταν που ο πλούσιος μυλωνάς δεν έδινε ποτέ τίποτα σε αντάλλαγμα στο μικρούλη Χανς, μόλο που φύλαγε στο μύλο του εκατό σακιά αλεύρι, και είχε έξι αγελάδες κι ένα μεγάλο κοπάδι μαλλιαρά αρνιά· αλλά ο Χανς ποτέ δε σκοτιζότανε με τέτοιες σκέψεις, και τίποτα δεν τον ευχαριστούσε περισσότερο από το ν’ ακούει όλα τα θαυμάσια πράγματα που έλεγε ο μυλωνάς για την ανιδιοτέλεια της αληθινής φιλίας.

Κι έτσι, ο μικρούλης Χανς περνούσε τον καιρό του δουλεύοντας στον κήπο του. Την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο ήταν πολύ ευτυχισμένος, όταν όμως ερχόταν ο χειμώνας και δεν είχε καρπούς ή λουλούδια να πουλήσει, υπέφερε πολύ από το κρύο και την πείνα, και συχνά αναγκαζόταν να πηγαίνει για ύπνο έχοντας φάει μονάχα μερικά ξερά αχλάδια ή τίποτα σκληρά καρύδια. Κι ακόμα, το χειμώνα υπέφερε από μοναξιά, γιατί ο μυλωνάς ποτέ δεν ερχόταν να τον δει.

«Δεν ωφελεί να πάω να δω το Χανς όσο κρατάει το χιόνι», έλεγε ο μυλωνάς στη γυναίκα του, «γιατί όταν οι άνθρωποι έχουν στενοχώριες, πρέπει να τους αφήνουμε ήσυχους και να μην τους ενοχλούμε μ’ επισκέψεις. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου άποψη για τη φιλία, και είμαι σίγουρος ότι έχω δίκιο. Θα περιμένω λοιπόν να έρθει η άνοιξη, και τότε θα πάω να τον δω, θα μου δώσει κι ένα μεγάλο πανέρι πρίμουλες κι αυτό θα τον κάνει πολύ ευτυχισμένο».

«Πολύ τους σκέφτεσαι τους άλλους», απάντησε η μυλωνού, καθισμένη στην αναπαυτική πολυθρόνα της μπροστά στο τζάκι· «πραγματικά, πολύ τους σκέφτεσαι. Είναι μεγάλη απόλαυση να σ’ ακούει κανείς να μιλάς για τη φιλία. Και είμαι σίγουρη πως ούτε ο πάστορας ο ίδιος δε θα μπορούσε να τα πει πιο όμορφα από σένα, κι ας μένει σε τρίπατο σπίτι, κι ας φοράει χρυσό δαχτυλίδι στο μικρό του δάχτυλο».

«Δε θα μπορούσαμε όμως να καλέσουμε εδώ το μικρούλη Χανς;», είπε ο μικρότερος γιος του μυλωνά. «Αν ο καημένος ο Χανς έχει στενοχώριες, θα του δώσω το μισό απ’ το χυλό μου και θα του δείξω τ’ άσπρα μου κουνέλια».

«Τι κουτό παιδί που είσαι!», φώναξε ο μυλωνάς. «Πραγματικά, δεν ξέρω τι ωφελεί να σε στέλνω στο σχολείο. Δε βλέπω να μαθαίνεις και τίποτε. Μα αν ερχόταν εδώ ο Χανς κι έβλεπε τη ζεστή φωτιά μας, τα πλούσια φαγητά μας και το μεγάλο μας βαρέλι με το κόκκινο κρασί, ίσως να ζήλευε, κι η ζήλια είναι πράγμα τρομερό και πολύ κακό για όλους. Δε θα επιτρέψω να χαλάσει ο χαρακτήρας του Χανς. Είμαι ο καλύτερός του φίλος, και πάντα θα τον προσέχω και θα φροντίζω να μην μπει σε κανέναν πειρασμό. Εξάλλου, αν έρθει εδώ ο Χανς, μπορεί να μου ζητήσει να του δώσω αλεύρι με πίστωση, κι αυτό δε θα μπορούσα να το κάνω. Άλλο το αλεύρι κι άλλο η φιλία, αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα μπερδεύουμε. Oι λέξεις γράφονται διαφορετικά και σημαίνουν διαφορετικά πράγματα. Είναι ολοφάνερο». […]

Νωρίς το άλλο πρωί, ο μυλωνάς κατέβηκε να πάρει τα λεφτά για το σακί με το αλεύρι, αλλά ο μικρούλης Χανς ήταν τόσο κουρασμένος, που δεν είχε σηκωθεί απ’ το κρεβάτι.

«Μα την πίστη μου», είπε ο μυλωνάς, «είσαι πολύ τεμπέλης. Και πραγματικά, αν σκεφτείς ότι θα σου χαρίσω το καροτσάκι μου, θα μπορούσες να δουλέψεις πιο σκληρά. Η τεμπελιά είναι μεγάλη αμαρτία, και δε μ’ αρέσει να ’χω φίλους τεμπέληδες ή νωθρούς. Δεν πρέπει να σ’ ενοχλεί που σου μιλάω τόσο απερίφραστα. Oύτε που θα το σκεφτόμουν βέβαια να σου τα πω αυτά, αν δεν ήμουν φίλος σου. Αλλά τι νόημα έχει η φιλία, αν δεν μπορεί κανείς να πει ακριβώς αυτό που έχει στο μυαλό του; Χαριτωμένα πράγματα μπορεί να λέει ο καθένας για να ευχαριστήσει και να κολακέψει τον άλλον, αλλά ο αληθινός φίλος πάντα λέει δυσάρεστα πράγματα και δεν τον νοιάζει αν πληγώνει. Και μάλιστα, αν είναι αληθινός φίλος, το προτιμάει αυτό, γιατί ξέρει ότι τότε κάνει καλό».

«Λυπάμαι πολύ», είπε ο μικρούλης Χανς, τρίβοντας τα μάτια του και βγάζοντας τη σκούφια του, «αλλά ήμουν τόσο κουρασμένος, που σκέφτηκα να μείνω για λίγο στο κρεβάτι και ν’ ακούω τα πουλιά να κελαηδάνε. Το ξέρεις ότι πάντα δουλεύω καλύτερα όταν έχω ακούσει τα πουλιά να κελαηδάνε;».

«Λοιπόν, χαίρομαι γι’ αυτό», είπε ο μυλωνάς χτυπώντας το μικρούλη Χανς στην πλάτη, «γιατί μόλις ντυθείς, θέλω να ’ρθεις στο μύλο μου για να μου φτιάξεις τη στέγη της αποθήκης μου».

O καημένος ο μικρούλης Χανς βιαζόταν να πάει να δουλέψει στον κήπο του, γιατί τα λουλούδια του είχαν μείνει δυο μέρες απότιστα, αλλά δεν ήθελε να πει όχι στο μυλωνά, μια και ήταν τόσο καλός φίλος του.

«Νομίζεις πως δε θα ’ταν φιλικό απ’ τη μεριά μου, αν σου ’λεγα ότι είμαι απασχολημένος;», ρώτησε δειλά.

«Ε, στ’ αλήθεια», απάντησε ο μυλωνάς, «δε νομίζω ότι σου ζητάω πολλά, αν σκεφτείς ότι θα σου χαρίσω το καροτσάκι μου· αν μου αρνηθείς, βέβαια, θα πάω να το κάνω μόνος μου».

«Ω, αυτό αποκλείεται», φώναξε ο μικρούλης Χανς· και πετάχτηκε πάνω, ντύθηκε και πήγε στην αποθήκη.

Δούλεψε εκεί όλη μέρα, ως το ηλιοβασίλεμα, και το ηλιοβασίλεμα, ο μυλωνάς ήρθε να δει πώς τα πήγαινε.

«Επισκεύασες την τρύπα στη στέγη, μικρούλη Χανς;», φώναξε ο μυλωνάς με χαρούμενη φωνή.

«Τέλειωσε», απάντησε ο μικρούλης Χανς, κατεβαίνοντας απ’ τη σκάλα.

«Α!», είπε ο μυλωνάς, «δεν υπάρχει πιο ευχάριστη δουλειά από αυτήν που κάνει κανείς για τους άλλους».

«Είναι το δίχως άλλο μεγάλο προνόμιο να σ’ ακούει κανείς να μιλάς», απάντησε ο μικρούλης Χανς, και κάθισε κάτω σκουπίζοντας το μέτωπό του, «πολύ μεγάλο προνόμιο. Φοβάμαι όμως ότι εγώ ποτέ δε θα ’χω τέτοιες όμορφες ιδέες σαν τις δικές σου».

«Ω, θα σου έρθουν», είπε ο μυλωνάς, «αλλά πρέπει να προσπαθήσεις περισσότερο. Αυτή τη στιγμή, ξέρεις μόνο την πρακτική πλευρά της φιλίας· κάποια μέρα θα μάθεις και τη θεωρία».

«Το πιστεύεις στ’ αλήθεια;», ρώτησε ο μικρούλης Χανς.

«Δεν έχω καμιά αμφιβολία», απάντησε ο μυλωνάς, «μα τώρα που έφτιαξες τη στέγη, καλύτερα να πας στο σπίτι σου να ξεκουραστείς, γιατί αύριο θέλω να πας τα πρόβατά μου στο βουνό».

O καημένος ο μικρούλης Χανς φοβήθηκε να φέρει αντίρρηση, και νωρίς το άλλο πρωί, ο μυλωνάς έφερε τα πρόβατα στο σπίτι του κι ο Χανς τα πήρε και ξεκίνησε για το βουνό. Του πήρε όλη τη μέρα να φτάσει εκεί και να γυρίσει· κι όταν γύρισε, ήταν τόσο κουρασμένος, που τον πήρε ο ύπνος στην καρέκλα του και δεν ξύπνησε παρά μονάχα όταν ξημέρωσε για τα καλά.

«Τι όμορφα που θα τα περάσω στον κήπο μου!», είπε και στρώθηκε αμέσως στη δουλειά.

Όμως ποτέ δεν κατάφερνε να φροντίσει τα λουλούδια του, γιατί ο φίλος του ο μυλωνάς ερχόταν συνέχεια και τον έστελνε σε μακρινά θελήματα ή τον έβαζε να δουλεύει στο μύλο. Το μικρούλη Χανς καμιά φορά τον έπιανε απελπισία, γιατί φοβόταν μήπως νομίσουν τα λουλούδια του πως τα ’χε ξεχάσει, αλλά παρηγοριόταν με τη σκέψη ότι ο μυλωνάς ήταν ο καλύτερός του φίλος. «Εξάλλου», έλεγε, «θα μου χαρίσει το καροτσάκι του, κι αυτό είναι πράξη γνήσιας γενναιοδωρίας».

Κι έτσι, ο μικρούλης Χανς δούλευε για το μυλωνά, κι ο μυλωνάς έλεγε ένα σωρό ωραία πράγματα για τη φιλία, που ο Χανς σημείωνε σ’ ένα τετράδιο και τα ξαναδιάβαζε το βράδυ, γιατί ήταν πολύ καλός μαθητής.

Ένα βράδυ, λοιπόν, που ο μικρούλης Χανς καθόταν κοντά στο τζάκι του, άκουσε ένα δυνατό χτύπημα στην πόρτα. Η νύχτα ήταν άγρια κι ο άνεμος λυσσομανούσε έξω απ’ το σπίτι, τόσο τρομερά, που νόμιζε στην αρχή ότι ήταν απλώς η καταιγίδα. Ακολούθησε όμως ένα δεύτερο χτύπημα κι έπειτα ένα τρίτο, ακόμη πιο δυνατό.

«Θα ’ναι κανένας φτωχός ταξιδιώτης», μονολόγησε ο μικρούλης Χανς, κι έτρεξε στην πόρτα.

Ήταν ο μυλωνάς μ’ ένα φανάρι στο ένα χέρι και μια μεγάλη μαγκούρα στο άλλο.

«Αγαπημένε μικρούλη Χανς», φώναξε ο μυλωνάς, «έπαθα μεγάλη συμφορά. O μικρός μου γιος έπεσε απ' τη σκάλα και χτύπησε και πάω να φέρω το γιατρό. Αλλά μένει πολύ μακριά κι έχει τέτοια κακοκαιρία, που σκέφτηκα πως θα 'ταν προτιμότερο να πας εσύ αντί για μένα. Ξέρεις ότι θα σου δώσω το καροτσάκι μου, είναι λοιπόν δίκαιο να κάνεις κι εσύ κάτι για μένα για να μου το ανταποδώσεις».

«Φυσικά», φώναξε ο μικρούλης Χανς, «το θεωρώ μεγάλη μου τιμή που με σκέφτηκες και θα ξεκινήσω αμέσως. Πρέπει όμως να μου δανείσεις το φανάρι σου, γιατί η νύχτα είναι τόσο σκοτεινή, που φοβάμαι μην πέσω σε κανένα χαντάκι».

«Λυπάμαι πολύ», απάντησε ο μυλωνάς, «αλλά είναι το καινούριο μου φανάρι, και θα ’ταν μεγάλη απώλεια για μένα αν πάθαινε τίποτα».

«Ε, δεν πειράζει, κάνω και χωρίς αυτό», απάντησε ο μικρούλης Χανς, ξεκρέμασε το βαρύ γούνινο παλτό του και το ζεστό κόκκινο σκούφο του, έδεσε ένα κασκόλ γύρω απ’ το λαιμό του και ξεκίνησε.

Τι φοβερή καταιγίδα ήταν αυτή! Κι ήταν τόσο πηχτό το σκοτάδι, που ο μικρούλης Χανς δεν έβλεπε τίποτα, και φύσαγε τόσο δυνατά ο άνεμος, που με δυσκολία στεκότανε στα πόδια του. Ωστόσο, φάνηκε πολύ γενναίος, και έπειτα από τρεις ώρες δρόμο, έφτασε στο σπίτι του γιατρού και χτύπησε την πόρτα.

«Ποιος είναι;», φώναξε ο γιατρός, βγάζοντας το κεφάλι του απ’ το παράθυρο της κρεβατοκάμαράς του.

«O μικρούλης Χανς, γιατρέ».

«Τι θέλεις, μικρούλη Χανς;»

«O γιος του μυλωνά έπεσε από μια σκάλα και χτύπησε, κι ο μυλωνάς θέλει να πάτε αμέσως».

«Εντάξει!», είπε ο γιατρός· διέταξε να ετοιμάσουν το άλογό του, τις μπότες του και το φανάρι του, κατέβηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του μυλωνά, ενώ ο μικρούλης Χανς τον ακολουθούσε σκουντουφλώντας.

Όμως η θύελλα δυνάμωνε ολοένα, η βροχή έπεφτε καταρράκτης κι ο μικρούλης Χανς δεν έβλεπε πού πήγαινε και δεν προλάβαινε το άλογο. Στο τέλος, έχασε το δρόμο του και ξεστράτισε στο ρεικότοπο που ήταν ένα πολύ επικίνδυνο μέρος, γιατί ήταν γεμάτο βαθιές τρύπες, κι εκεί ο μικρούλης Χανς πνίγηκε. Κάτι γιδοβοσκοί βρήκαν την άλλη μέρα το πτώμα του να πλέει σ’ ένα νερόλακκο και το μετέφεραν στο σπίτι του.

Όλοι πήγαν στην κηδεία του μικρούλη Χανς, γιατί τον αγαπούσανε πολύ, και πιο λυπημένος απ’ όλους ήταν ο μυλωνάς.

«Μια και ήμουν ο καλύτερός του φίλος», είπε ο μυλωνάς, «το σωστό είναι να έχω εγώ την πρώτη θέση». Κι έτσι, προχωρούσε πρώτος στην πομπή, τυλιγμένος μες στο μακρύ μαύρο παλτό του, και κάθε τόσο σφούγγιζε τα μάτια του μ’ ένα μεγάλο μαντίλι.

«O θάνατος του μικρούλη Χανς είναι πραγματικά μεγάλη απώλεια για όλους», είπε ο σιδεράς, όταν τέλειωσε η κηδεία και είχαν βολευτεί στο πανδοχείο, πίνοντας κρασί με κανέλα και τρώγοντας γλυκό.

«Μεγάλη απώλεια και για μένα», πρόσθεσε ο μυλωνάς· «ξέρετε, του είχα δώσει σχεδόν το καροτσάκι μου και τώρα δεν ξέρω τι να το κάνω. Πιάνει τόπο στο σπίτι κι είναι σε τόσο κακή κατάσταση, που και να το πουλήσω δε θα πιάσω φράγκο. Δεν ξαναχαρίζω τίποτε άλλη φορά. Παραείναι βαρύ το τίμημα της γενναιοδωρίας».


Oscar Wilde
Πηγή: ebooks.edu.gr



Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest

Τα παιχνίδια που παίζαμε παιδιά

   

Μπερλίνα: Παιχνίδι από 4 παίκτες και πάνω. Ένα παιδί κάνει την Μπερλίνα. Σ’ ένα άλλο παιδί λένε μυστικά (στ’ αυτί) τα υπόλοιπα παιδιά κάτι καλό ή κακό για το παιδί που κάνει την Μπερλίνα. Η Μπερλίνα κάθεται στην μέση και τα άλλα παιδιά γύρω. Αυτό το παιδί ακούει τα μυστικά των άλλων παιδιών τα λέει δυνατά στην Μπερλίνα χωρίς να αποκαλύπτει ποιος του το είπε. Η Μπερλίνα πρέπει να βρει ποιος έκανε το κάθε χαρακτηρισμό για αυτήν για να κερδίσει. Μετά Μπερλίνα θα γίνει ο πρώτος που θα βρει. ‘Αμα δεν βρει κανένα συνεχίζει την Μπερλίνα. Αυτό το παιχνίδι είναι ενδιαφέρον γιατί μπορείς να πεις την γνώμη σου χωρίς να πειράξεις τον άλλον.


Το Μπιζζζ: Μαζεύονται τα παιδιά και αποφασίζουν ποιος θα τα “φυλάει”. Αυτός λοιπόν κάθεται σ’ ένα σκαμνί ή στέκει σκυφτός και βάζει το δεξί του χέρι κάτω από την αριστερή του μασχάλη, κρατώντας την παλάμη ανοιχτή προς τα επάνω, ενώ με το αριστερό του χέρι κρατάει κλειστά τα μάτια του. Οι άλλοι παίκτες στέκονται προς τ’ αριστερά του και ένας απ’ αυτούς τον πλησιάζει, του χτυπάει την ανοιχτή παλάμη και ύστερα απομακρύνεται μαζί με τους άλλους. Όλοι χοροπηδούν γύρω του και στρυφογυρίζουν το δάχτυλο τους φωνάζοντας “Μπιζζ!” όπως κάνει η μέλισσα. Αυτός που τα φυλάει πρέπει να μαντέψει ποιος τον χτύπησε. Αν τον ανακαλύψει, τότε αυτός παίρνει τη θέση του αλλιώς το παιχνίδι συνεχίζεται κατά τον ίδιο τρόπο.


Η ουρά του Γαϊδάρου: Παίζουν παιδιά από 6 χρονών και πάνω. Χρειάζονται τουλάχιστον 2 παίκτες, ένα χαρτί, ένα μαντήλι και ένα μολύβι. Σχεδιάζω πρώτα σε ένα χαρτί έναν γάϊδαρο χωρίς ουρά. ΄Ενα παιδί κλείνει τα μάτια του με ένα μαντίλι. Παίρνει το μολύβι και προσπαθεί να φτιάξει την ουρά. Ανοίγει τα μάτια και βλέπει πού έφτιαξε την ουρά. Μετά ένα άλλο παιδί αρχίζει την ίδια διαδικασία. Το παιχνίδι τελειώνει όταν προσπαθήσουν όλα τα παιδιά και νικητής είναι αυτός που έχει φτιάξει την ουρά στον κοντινότερο σημείο.


Πεντόβολα: Παραδοσιακό παιχνίδι δεξιοτεχνίας που παίζεται από δύο και περισσότερους παίχτες. Το παιχνίδι αυτό παίζεται με πέντε βόλους ή πέτρες (πεντό-βολα), σε διάφορα μέρη.Στην αρχή παίρνεις έναν βόλο ή πέτρα, τον πετάς στον αέρα, παίρνεις έναν βόλο από κάτω και πιάνεις και τον βόλο που είχες πετάξει στον αέρα πριν πέσει κάτω. Μετά αυτούς τους δύο που κρατάς, τους πετάς στον αέρα, παίρνεις έναν από κάτω και πιάνεις και τους άλλους δύο που είχες πετάξει στον αέρα. ‘Ετσι συνεχίζεις ως τον πέμπτο βόλο. Στην συνέχεια υπάρχουν άλλοι πέντε γύροι με διαφορετικό όνομα ο καθένας. Τα πεντόβολα λέγονται και αλλιώς : πεντάλιθα, πεντεγούλια, αλεκαφίδες και πετράδια.


Περνά, περνά η μέλισσα: Αυτό το παιχνίδι είναι ένα παλιό και παραδοσιακό παιχνίδι. Συγκεντρώνονται τουλάχιστον έξι παιδιά και δύο χτυπούν παλαμάκια και τραγουδούν. Τα υπόλοιπα παιρνούν κάτω απ’ τα χέρια τους και όποιον πιάσουν το βάζουν και επιλέγει με ποιοανού το μέρος θα πάει. Τελικά όταν μαζευτούν όλα τα παιδιά τραβάνε τους άλλους και όποιοι δεν πέσουν κάτω είναι οι νικητές. Αυτό το παιχνίδι το παίζουν πολλά παιδιά (6-7 χρονών), από όλο τον κόσμο.


Πετάει-Πετάει: Το πετάει-πετάει είναι ένα παιχνίδι που το παίζουν σε όλη την Ελλάδα. Παίζουν δύο παίχτες. Ο ένας λέει κουνώντας τα δακτυλά του πάνω κάτω: πετάει πετάει και προσθέτει μετά από αυτό το όνομα ενός πράγματος. Αν αυτό το πράγμα πετάει τότε πρέπει να έχουν και οι δύο το δακτυλό τους πάνω. Αν αυτός που κούναγε απλώς το δακτυλό του το έχει κάτω τότε χάνει και λέει αυτός το πετάει πετάει.


Πήδημα προς τα πίσω: Τα παιδιά στήνονται πίσω από ένα ρυάκι ή ένα ποτάμι. Μετά πηδάνε προς τα πίσω και όποιος δεν πέσει στο νερό είναι ο νικητής και οι άλλοι έχουν χάσει.


Πουν’ το το δαχτυλίδι: Στήνονται τα παιδιά σε σειρά. Κάποιο από τα παιδιά κρύβει στα χέρια του ένα δαχτυλίδι, ψεύτικο ή αληθινό. Έπειτα προσπαθεί να αφήσει στα χέρια κάποιου από τα παιδιά που είναι στη σειρά το δαχτυλίδι, λέγοντας το τραγουδάκι:

Πουν’ το, πουν’ το
το δαχτυλίδι,
ψάξε, ψάξε
δεν θα το βρεις!
δεν θα το βρεις,
δεν θα το βρεις,
το δαχτυλίδι που ζητείς.

Το κάθενα από τα παιδιά έχει μια ευκαιρία να μαντέψει ποιος έχει το δαχτυλίδι. Όποιος μαντέψει σωστά παίρνει το δαχτυλίδι και το ρίχνει στο επόμενο παιδί. Το παιχνίδι συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.


Σβούρα: Παιχνίδι για 2-3 άτομα. Κανόνες: Σχεδιάζουμε έναν μεγάλο κύκλο και γύρω απ’ το κέντρο του, βάζουμε όσες σβούρες χωράει. Ύστερα καθόμαστε έξω απ’ τον κύκλο και κρατόντας μια σβούρα στο χέρι μας, προσπαθούμε να την χτυπήσουμε στο κέντρο του κύκλου και να διώξουμε όλες τις υπόλοιπες μακριά. Απ’ έξω απ’ τον κύκλο. Προσοχή! Η σβούρα που θα κρατάμε στο χέρι μας πρέπει να είναι δεμένη μ’ ένα σκοινί απ΄την μύτη (κάτω-κάτω) έως την λαβή (πάνω-πάνω), ώστε να γυρνάει γύρω-γύρω πιο εύκολα. Οι σβούρες που βγάζουμε έξω απ’ τον κύκλο γίνονται δικές μας. Για διευκόλυνση του παιχνιδιού, οι παίχτες πρέπει να παίζουν με σειρά ένας-ένας ξεχωριστά ώστε να φαίνονται οι σβούρες που το κάθε παιδί βγάζει έξω απ’ τον κύκλο.


Στραβός καλόγερος: Το παιχνίδι αυτό παίζεται με πολλά παιδιά. Βγάζουνε με έναν κλήρο ποιό παιδί θα κάνει το στραβό καλόγερο. Του κρύβουν τα μάτια με ένα σκούρο μαντήλι και του δίνουν ένα καλάμι. Αυτός γυρνάει γύρω γύρω και σχηματίζει ένα κύκλο με το καλάμι και λέει:

Στραβός καλόγερος
στέκει ολομόναχος
και όποιον βαρέσει
κρίμα δεν έχει

Τότε τα παιδιά τρέχουν κοντά του και τον πειράζουν. Αν πετύχει κανέναν με το μπαστούνι γίνεται αυτός ο στραβός καλόγερος.


Το τσιλίκι: Το τσιλίκι παίζεται με δύο ή περισσότερα παιδιά. Για να παιχτεί το παιχνίδι χρειάζονται δύο ξύλινες βέργες, μια μακριά 60-70 εκ. περίπου (τσιλίκα) και μια μικρή 10-20 εκ. περίπου (τσιλίκι), που είναι ξυσμένο όπως το μολύβι μας στις δυο άκρες του. Τα παιδιά βάζουν σημάδι ρίχνοντας πέτρες και όποιος το πλησιάσει περισσότερο αρχίζει πρώτος. Αυτός λοιπόν βάζει πάνω από μια μικρή σκαμμένη εσοχή στο έδαφος το τσιλίκι, παράλληλα προς το έδαφος, κι έχοντας τα άλλα παιδιά απένταντι του, ρίχνει με την τσιλίκα το τσιλίκι, όσο πιο μακριά μπορεί, προσέχοντας όμως να μην το πιάσουν τα άλλα παιδιά.Αν το πιάσει ένα απ’ τα παιδιά, τότε πηγαίνει αυτό το παιδί να ρίξει το τσιλίκι και εκείνος που το έριξε πριν, αλλάζει θέση και πηγαίνει απέναντι με τα άλλα παιδιά. Αν δεν το πιάσει κανείς, τότε κάποιος απ’ τους απέναντι ρίχνει το τσιλίκι για να χτυπήσει την τσιλίκα, που την τοποθετεί εκείνος που έριξε το τσιλίκι οριζόντια στο έδαφος και αν τη χτυπήσει αυτός παίρνει τη θέση αυτού που έριχνε και αλλάζουν θέσεις.Αν δε χτυπήσουν τη τσιλίκα, τότε ο κύριος παίχτης βάζοντας το τσιλίκι σε ένα σημείο κοντά στην εσοχή, χτυπάει το τσιλίκι με τη τσιλίκα του σε μία άκρη του και αυτό ανασηκώνεται ψηλά. Κατόπιν ο παίχτης αν το χτυπήσει μία φορά δυνατά τότε μετράει την απόσταση από το μέρος που το ‘ριξε μέχρι το σημείο που έπεσε με τη τσιλίκα του και όποιο νούμερο βρει, αυτό είναι οι πόντοι που κέρδισε.Επίσης αν πριν χτυπήσει το τσιλίκι του για να το στείλει μακριά, το χτυπήσει άλλη μια φορά (συνολικά 2) τότε τους πόντους, τους μετράει με το τσιλίκι και όχι με την τσιλίκα.Και αν το χτυπήσει 2 φορές (συνολικά 3), τότε οι πόντοι μετράνε με το διπλάσιο νούμερο που βρίσκεται μετρώντας την απόσταση με το τσιλίκι κ.ο.κ.


Τυφλόμυγα: Η τυφλόμυγα παίζεται από δύο παιδιά και πάνω. Στην αρχή όλοι τραβάνε έναν κλήρο για να δούνε ποιος θα τα φυλάει. Αυτός κλείνει τα μάτια του με ένα μαντήλι .Την ώρα που τα έχει κλειστά τα παιδιά ανακατεύονται. ΄Οποιο παιδί πιάσει πρέπει να βρει πως το λένε δηλαδή ποιο είναι. Αν το αναγνωρίσει τότε αυτό το παιδί κάνει τη τυφλόμυγα.Και έτσι αυτό συνεχίζεται.


Χαλασμένο τηλέφωνο: Το χαλασμένο τηλέφωνο αποτελείται από μια ομάδα παιδιών που πρέπει να είναι πάνω από δύο. Τότε ο πρώτος από τη σειρά λέει γρήγορα μια δύσκολη λέξη στον διπλανό του. Μετά αυτός τη λέει στο αυτί του άλλου παιδιού κ.λ.π. Ο τελευταίος θα πει τη λέξη δυνατά και αν τη πει σωστά το πρώτο παιδί έχει κερδίσει.


Αλάτι χονδρό-Αλάτι ψιλό: Το παιχνίδι αυτό παίζεται από πολλά παιδιά που συγκεντρώνονται και βγάζουν με κλήρο τη “μάνα”. ΄Υστερα κάνουν όλα μαζί ένα κύκλο και κάθονται κάτω σταυροπόδι με τα χέρια πίσω, με τις παλάμες ανοιχτές.Η μάνα στέκεται έξω από τον κύκλο και βαστάει ένα μαντήλι. Κάνει μια βόλτα γύρω από τον κύκλο τραγουδώντας:

Αλάτι ψιλό, αλάτι χονδρό,
έχασα τη μάνα μου και πάω να τη βρω
παπούτσια δεν μου πήρε να πάω στο χορό

Την ώρα που τραγουδάει γύρω από τον κύκλο, πετάει το μαντίλι πίσω από ένα παιδί και συνεχίζει μέχρι να καταλάβουν ότι δεν κρατάει πια το μαντήλι. Το παιδί που πήρε το μαντήλι σηκώνεται και αρχίζει να κυνηγάει τη μάνα. ΄Οταν την πιάσει η μάνα κάθεται στη θέση του μαζί με τα άλλα παιδιά. Το παιδί που πήρε το μαντήλι γίνεται μάνα και αρχίζει να κυνηγάει. Το παιχνίδι συνεχίζεται έτσι μέχρι να το βαρεθούν.


Αμπάριζα: Σ’ αυτό το παιχνίδι, τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Κάθε ομάδα έχει ένα σημείο εκκίνησης, συνήθως κολόνα ή δέντρο. Στην αρχή ένα παιδί από τη μια ομάδα (δεν έχει σημασία ποια), “παίρνει αμπάριζα και βγαίνει” για να προκαλέσει τους παίχτες της άλλης ομάδας να τον κυνηγήσουν. Τότε κάποιος απ’ την αντίπαλη ομάδα “παίρνει αμπάριζα και βγαίνει” και τον κυνηγάει. ‘Ετσι βγαίνουν και τ’ άλλα παιδιά κυνηγούν. Κάθε παιδί έχει το δικαίωμα να κυνηγήσει τα παιδιά που έχουν βγει πριν απ’ αυτόν, αλλά όχι τα παιδιά που έχουν βγει μετά. Επίσης κάθε παίχτης μπορεί να γυρίσει στην κολόνα του και να βγει όσες φορές θέλει. ‘Οταν κάποιο παιδί πιάσει ένα παίχτη της αντίπαλης ομάδας, τον πάει στη φυλακή, που είναι συνήθως κοντά στην κολόνα του. Οι παίχτες της ομάδας του παιδιού που είναι φυλακισμένο, πρέπει να το ακουμπήσουν για να ελευθερωθεί. Σκοπός του παιχνιδιού είναι ν’ ακουμπήσει ένας παίχτης την κολόνα της αντίπαλης ομάδας.


Βαρελάκια: Το παιχνίδι είναι απλό. Χρειάζεται όμως το πολύ 5 παίχτες. Οι 4 παίχτες σκύβουν στη σειρά αλλά ο ένας αραιά από τον άλλον. Ο 5ος πηδάει από πάνω τους βάζοντας τα χέρια του στην πλάτη του μπροστινού του, μετά ανοίγει τα πόδια του και περνάει από πάνω. Όταν πηδήξει πάνω από όλους τον έναν μετά τον άλλον, ο τελευταίος πηδάει πάνω απ’ τους άλλους. Χάνει αυτός που θα χάσει την ισορροπία του.


Ο Βασιλιάς: Τα παιδιά “τα βγάζουν” κι ένας τους γίνεται βασιλιάς. Ο βασιλιάς κάθεται κάπου, ενώ οι άλλοι απομακρύνονται για να διαλέξουν ποιο επάγγελμα θα παραστήσουν και με ποιες κινήσεις. Όταν τελειώσουν επισκέπτονται τον βασιλιά και ακολουθεί ο παρακάτω διάλογος:

- Βασιλιά, βασιλιά με τα 12 σπαθιά, τι δουλειά;
- Τεμπελιά!
- Και τα ρέστα;
- Παγωτά.
- Είπε η γιαγιά να μας κάνεις μια δουλειά.
- Τι δουλειά;

Τότε τα παιδιά κάνουν τις κινήσεις του επαγγέλματος που διαλέξανε. Αν ο βασιλιάς το καταλάβει, το φωνάζει και κυνηγάει να πιάσει ένα παιδί που γίνεται βασιλιάς. Αν δεν το καταλάβει, ξανακάθεται και τα παιδιά μιμούνται κάτι άλλο.


Βόλοι : Ένα παιχνίδι που χάθηκε, είναι και οι βόλοι. Ήταν φτιαγμένοι από πηλό και βαμμένοι σε ζωηρά χρώματα. Ας δούμε δυο πολύ δημοφιλή παιχνίδια με βόλους:

ΤΡΙΓΩΝΑΚΙ: Χαράζουμε στο χώμα ένα τρίγωνο και μέσα σ’ αυτό ο κάθε παίχτης βάζει δυο-τρεις από τους βόλους του. Σε μια απόσταση 4-5 μέτρων στήνεται μια πέτρα, ο μπάστακας. Τα παιδιά ρίχνουν τους βόλους τους προς τον μπάστακα και όποιος φτάσει πιο κοντά παίζει πρώτος. Ο παίχτης ρίχνει με τον αντίχειρα το βόλο του στο τριγωνάκι με σκοπό να χτυπήσει έναν από αυτούς που ήταν μέσα και να τον βγάλει έξω, οπότε και τον κερδίζει. Εάν κάποια στιγμή χάσει και ο βόλος του μείνει μέσα στο τρίγωνο, ο αμέσως επόμενος παίχτης χτυπώντας το βόλο κερδίζει όλους όσους είχε μαζέψει ο προηγούμενος ως τώρα.

ΜΠΑΖ: Η διαδικασία με τον μπάστακα είναι η ίδια, αυτή τη φορά όμως οι βόλοι στήνονται σε ευθεία γραμμή ο ένας δίπλα στον άλλο. Ο πρώτος στη σειρά λέγεται μάνα και ο δεύτερος παραμάνα. Αν χτυπήσεις κάποιον από τους δύο αυτούς βόλους, παίρνεις όλους όσους είναι στη σειρά μετά από αυτούς.


Κάθομαι δεν κάθομαι : Αυτό το παιχνίδι παίζεται από κορίτσια που είναι από 8 έως 10 ετών. Με λαχνό βρίσκεται το κορίτσι που θα τα φυλάει. Τα υπόλοιπα κορίτσια γυρίζουν από γύρω της και λένε τους παρακάτω στίχους:

Κάθομαι δεν κάθομαι
στη φωλιά μου κάθομαι
Οταν τα παιδιά δούνε το κορίτσι που φύλαγε να πλησιάζει, κάνουν ότι κάθονται. Αν το κορίτσι που τα φυλάει καταφέρει να πιάσει ένα από τα υπόλοιπα παιδιά πριν καθήσει τα φυλάει εκείνο το κορίτσι που έπιασε. Κανένα όμως κορίτσι δεν πρέπει να καθήσει τόσο βαθιά ώστε να ακουμπήσει το έδαφος γιατί βγαίνει από το παιχνίδι και τα κορίτσια τα υπόλοιπα της λένε:΄Εσπασες τα αβγά σου.


Κλέφτες και αστυνόμoι: Αυτό το παιχνίδι παίζεται με τρεις και περισσότερους παίχτες. Στην αρχή κανονίζεται ποιοι θα είναι οι κλέφτες και ποιοι οι αστυνόμοι. Όταν χωριστούνε,οι κλέφτες απλώνονται. Ο σκοπός των αστυνόμων είναι να πιάσουν όλους τους κλέφτες και να τους βάλουν φυλακή. Όμως οι κλέφτες μπορούν να “ελευθερώσουν” έναν δικό τους αν το ακουμπήσουν. ΄Οταν οι αστυνόμοι πιάσουν όλους του κλέφτες τότε τελειώνει το παιχνίδι και νικητές είναι οι αστυνόμοι.Είναι ένα πολύ συναρπαστικό παραδοσιακό παιχνίδι. Παίζεται με πολλούς παίχτες σε ένα πλάτωμα. Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Η μία, η μικρότερη, είναι οι αστυνόμοι. Τα υπόλοιπα παιδιά αποτελούν τους κλέφτες. Το παιχνίδι εξελίσσεται σαν ένα κοινό κυνηγητό ανάμεσα στις δύο ομάδες. οι κλέφτες, όταν θέλουν να ξεκουραστούν, πάνε σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο το οποίο ονομάζεται σπίτι ή λημέρι. Εκεί οι αστυνόμοι δεν μπορούν να τους πιάσουν. ‘Οταν όμως ο αστυνόμος πιάσει τον κλέφτη τον οδηγεί στη φυλακή, η οποία βρίσκεται συνήθως όσο πιο μακριά γίνεται από το σπίτι.‘Ενας φυλακισμένος παίχτης ελευθερώνεται όταν ένας σύντροφός του του ακουμπήσει το χέρι και φωνάξει “ξελέ”. Σε περίπτωση που οι φυλακισμένοι κλέφτες είναι πολλοί, κάνουν το εξής κόλπο: πιάνουν τα χέρια τους στη σειρά και απλώνονται όσο πιο έξω μπορούν (ένας βρίσκεται “μέσα” στη φυλακή και οι άλλοι, κρατώντας χέρι χέρι, προχωρούν προς το σπίτι).Ο ελεύθερος παίχτης, αγγίζοντας το χέρι ενός φυλακισμένου, ελευθερώνει όλους όσους συμμετέχουν στην αλυσίδα. Φυσικά, απαγορεύεται αυστηρά στους αστυνομικούς να φρουρούν τους φυλακισμένους παίχτες, κανόνας που όποιος παραβεί αποβάλλεται αυτομάτως από το παιχνίδι. Το παιχνίδι τελειώνει όταν όλοι οι κλέφτες φυλακιστούν, και πολλές φορές αυτό δε συμβαίνει ποτέ!

Η κολοκυθιά: Η κολοκυθιά είναι ένα παραδοσιακό παιχνίδι. Παίζεται και σήμερα με τρεις, αλλά και περισσότερους παίχτες. Το κάθε παιδί παίρνει ένα νούμερο. Μετά το παιδί που έχει το νούμερο (ένα), αρχίζει λέγοντας :

 ” Στου παππού το περιβόλι, που το αγαπούμε όλοι, είναι μια κολοκυθιά, πλάι-πλάι στη ροδιά. Κάνει πέντε κολοκύθια στρογγυλά, μα την αλήθεια θα τα δώσει ο παππούς μποναμά της αλεπούς. Δυο θα δέσει στην ουρά της κι όλα τα άλλα στα παιδιά της”. ‘Επειτα ρωτάει :

 ” Ποιος θα πάει στην αλεπού ; ” ” Ποιός θα της πάει τα κολοκύθια ; ” Αργότερα το ίδιο παιδί λέει 

” να πάει το …” και το παιδί που έχει αυτό το νούμερο λέει 

” γιατί να πάει το …; Να πάει το …” κ.λ.π. ‘Οποιο παιδί απαντήσει χωρίς να είναι το νούμερό του, χάνει και παίρνει παρατσούκλι ή κάνει κάτι που του έχει ορίσει η παρέα.Το παιχνίδι αυτό παίζεται με 3 παίκτες και πάνω. Κάθε παίκτης έχει από έναν αριθμό. Για παράδειγμα : Ο Γιώργος έχει το 1, η Σοφία το 2, ο Μιχάλης το 3, η Μαρία το 4 και ο Παντελής το 5. Το παιχνίδι αρχίζει. Ο Γιώργος λέει : ‘Εχω μια κολοκυθιά που έχει 3 κολοκύθια. Τότε ο Μιχάλης πρέπει να πει : Και γιατί να έχει 3 κολοκύθια ; Ο Γιώργος ρωτάει:Και πόσο κολοκύθια να έχει ; Ο Μιχάλης του απαντάει : Να έχει 2 κολοκύθια. ‘Ετσι πρέπει να μιλήσει η Σοφία. Αυτό γίνεται ώσπου να μπερδευτεί κάποιος και να πει κάτι άλλο.Τότε τ’ άλλα παιδιά αποφασίζουν τι να κάνει. Για παράδειγμα πρέπει να πει ένα ποίημα. Συχνά ακούμε τη φράση : Μα καλά, την κολοκυθιά θα παίξουμε ; Αυτό το λέμε όταν κάποιοι διαφωνούν και ρίχνει ο ένας στον άλλο την ευθύνη.


Η κρεμάλα: Παίζεται με 2 ή 4 παίχτες. Παρακολουθείται όμως ευχάριστα από πολλούς. Παίρνετε μια κόλλα χαρτί και στη μέση γράφεται την άλφα βήτα. Στο πάνω διάστημα ζωγραφίζουμε μια κρεμάλα. Στο κάτω μέρος γράφουμε την λέξη που θα κρύψουμε από τον αντιπαλό μας. Την λέξη την γράφουμε στον αντίπαλο με παύλες δηλαδή μετράμε τα γράμματά της και το νούμερο που θα βρούμε τόσες παύλες θα βάλουμε. ΄Οταν αρχίσει το παιχνίδι ο αντιπαλός μας λέει ένα γράμμα από την άλφα βήτα. Αν το γράμμα που είπε ανήκει στην κρυμένη λέξη τότε το σημειώνουμε πάνω στις παύλες. Αν το γράμμα που είπε ο αντίπαλος είναι λάθος τότε κρεμάμε το κεφάλι του και διαγράφουμε το γράμμα από την άλφα βήτα. ΄Ετσι συνεχίζεται το παιχνίδι και γίνεται το ίδιο ώσπου να βρει ο αντίπαλος τη λέξη. Αν όμως ο αντίπαλος δεν βρει τη λέξη μέχρι να τελειώσουν τα σημεία του σώματος, χάνει.

Κρυφτό: Σε αυτό το παιχνίδι μπορούν να παίξουν από 3 άτομα και πάνω. Ένα παιδί φυλάει (μετράει έως το 200- 5, 10, 15, 20…). Μόλις τελειώσει αρχίζει να ψάχνει για τα παιδιά.Όταν βρει ένα παιδί λέει “φτου” και το όνομα του παιδιού. Το παιδί μπορεί, όταν αυτός που φυλάει είναι μακριά να πει “φτου” και το όνομα του παιδιού που φυλάει. Το τελευταίο παιδί πρέπει να πει “φτου ξελευθερία” για να ξαναφυλάξει το ίδιο παιδί. ‘Αμα αυτό δεν γίνει, τότε φυλάει το παιδί που “έφτυσε” πρώτο.


Ο μαέστρος: Ένα παιδί κρύβεται όσο τα υπόλοιπα παιδιά ορίζουν ποιος από την ομάδα θα είναι ο “μαέστρος” και ποιο “όργανο” θα παίζουν. Αφού σχηματίσουν ένα κύκλο, έρχεται το παιδί που είχε κρυφτεί και τους παρατηρεί για να βρει το μαέστρο. Όλα τα παιδιά παίζουν το ίδιο όργανο με τον μαέστρο και τραγουδούν: – Ποιoς είναι ο μαέστρος να το μάθεις δεν μπορείς.

- Ποιος είναι ο μαέστρος δεν μπορείς να βρεις!

- Τι κουτός που είσαι, τι κουτός που είσαι.

- Νάτος ο μαέστρος, νάτος ο μαέστρος!

Το παιδί καταλαβαίνει ποιος είναι ο μαέστρος όταν αυτός αλλάξει όργανο. Τότε κρύβεται εκείνος και το παιχνίδι συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο. Αν κάνει λάθος και δε βρει το μαέστρο το παιχνίδι επαναλαμβάνεται αλλάζοντας το μαέστρο και το όργανο.


Το μαντιλάκι: Το μαντιλάκι είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με έξι ή παραπάνω παιδιά. Για να παίξεις αυτό το παιχνίδι χρειάζεσαι ένα μαντίλι και μία κιμωλία. Με την κιμωλία σχεδιάζεις έναν κύκλο στη μέση και δύο γραμμές, μία δεξιά και μία αριστερά. Σκοπός του παιχνιδιού είναι να καταφέρεις να πάρεις το μαντίλι από το κέντρο. Τα παιδιά χωρίζονται σε δύο ομάδες. Κάθε παιδί από την κάθε ομάδα έχει έναν αριθμό. Ο κάθε παίκτης προσπαθεί να πάρει το μαντίλι από το κέντρο χωρίς να τον πιάσει ο αντίπαλός του. Αν τον πιάσει,ο πόντος είναι του αντιπάλου. Αν όμως ο αντίπαλος περάσει τη γραμμή του ο πόντος είναι δικός του. Το παιχνίδι κερδίζει η ομάδα που έχει τους περισσότερους πόντους.


Τα μήλα: Παίζεται σε εξωτερικό χώρο. Δύο παιδιά χωρίζονται και αποτελούν τα “τέρματα”. Χαράζονται δύο γραμμές σε απόσταση δέκα περίπου βήματα η μια από την άλλη. Οι δυο αυτές γραμμές είναι τα τέρματα και πίσω από αυτές τις γραμμές στέκονται οι δυο παίκτες. Αριστερά από τις γραμμές χαράζεται μια άλλη που από πίσω της πηγαίνουν και στέκονται τα υπόλοιπα παιδιά. Με κλήρο ορίζουν ποιός από τα τέρματα θα ρίξει πρώτος την μπάλα για να χτυπήσει ένα από τα παιδιά που βρίσκονται στο κέντρο. Αυτά τα παιδιά πρέπει όλη την ώρα να τρέχουν από την μια άκρη στην άλλη για να μην χτυπηθούν. Αν αυτός που θα ρίξει την μπάλα δεν πετύχει κανένα, τότε βγαίνει και στέκεται πίσω από την αριστερή γραμμή. Με τη σειρά του ρίχνει την μπάλα ο άλλος.Όταν μείνει μονάχα ένα παιδί στο κέντρο τότε παίζονται τα μήλα, δηλαδή θα χτυπηθούν δώδεκα μπαλιές, έξι από κάθε τέρμα. Πρώτα ρίχνει ο ένας λέγοντας “Ένα μήλο”, έπειτα ο άλλος “Δύο μήλα!” κ.λ.π. Το παιδί που είναι στη μέση τρέχει και κάνει κάθε είδους κινήσεις ώστε να αποφύγει την μπάλα. Αν χτυπηθεί τότε χάνει και το παιχνίδι ξαναρχίζει με νέα τέρματα, αν τα καταφέρει να μην χτυπηθεί έχει το δικαίωμα να ξανακαλέσει όλους του παίκτες και να αρχίσει το παιχνίδι με τα ίδια τέρματα.


Πηγή: ellas2.wordpress.com



Εδώ η συνέχεια »

Κοινοποιήστε το στο Facebook Κοινοποιήστε το στο Twitter Κοινοποιήστε το στο Google+ Kαρφιτσώστε το στο Pinterest