Φθινοπωρινή ευχή

   

Ο Γέρος ξύπνησε πριν σηκωθεί ο ήλιος, όπως κάθε μέρα. Το σκοτάδι ήταν ακόμα βαθύ. Άνοιξε το παράθυρό του. Η μυρωδιά από το βρεγμένο χώμα μπήκε αμέσως στη μύτη του. Την προηγούμενη νύχτα είχε βρέξει πάρα πολύ. Το έδαφος ποτίστηκε για τα καλά. Είχε πολύ νερό, ώστε να θρέψει τους νέους σπόρους που οι γεωργοί σπείρουν κάθε τέτοια εποχή. Φθινόπωρο!!! Η ευλογημένη εποχή. Οι ουρανοί ανοίγουν για να ποτίσουν το ξεραμένο χώμα με το νερό, το πιο πολύτιμο αγαθό. Το νερό θα κάνει όλα τα δέντρα και τα φυτά να αναπτυχθούν και να νοιώσουν ξανά, ώστε την άνοιξη να γιορτάσουν για άλλη μια φορά, στολίζοντας τη γη με τα χρώματα όλου του κόσμου. Ο Γέρος κοίταξε χαμηλά.

Τα πάντα ήταν σκεπασμένα με κίτρινα φύλλα. Ο αέρας τα είχε σκορπίσει από τα δέντρα. Είχαν τελειώσει την αποστολή τους. Τώρα, θα γινόντουσαν ένα με τη γη, φαγητό για τα δένδρα της επόμενης χρονιάς. Ο Γέρος κοίταξε ψηλά. Σύννεφα. Ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα. Με δυσκολία τα ξεχώριζε στο σκοτάδι. Μαύρα, έτοιμα να ποτίσουν. Άσπρα, που έκαναν παρέλαση σαν καμαρωτές πεταλούδες.
Μακάρι να μην έβρεχε σήμερα!!! Θα μπορούσε να μαζέψει τα σταφύλια από τα αμπέλια του. Κάθε φθινόπωρο ωρίμαζαν. Οι γεωργοί τα μάζευαν και τα πατούσαν. Ο μούστος κλινόταν σε μεγάλα ξύλινα βαρέλια και γινόταν κρασί. Έψαξε για λίγο στον ουρανό για το Αστέρι των Ευχών. Μα, πώς να το έβρισκε; Ήταν καλά κρυμμένο πίσω από τα σύννεφα. Θα το παρακαλούσε, πριν φύγει για τα αμπέλια του, να μην στενοχωριόταν σήμερα η γριά. Η ζωή δεν τους είχε χαρίσει κάποιο παιδί. Γέρασαν μόνοι, παλεύοντας τη γη και τον βαρύ χειμώνα. Αναστέναξε και ξεκίνησε. Όμως, είχε κάνει λάθος. Μέσα από μια χαραμαδίτσα που άφησαν τα σύννεφα, το Αστέρι των Ευχών τον είχε δει. Και πάντα του άρεσαν οι ευχές που έβγαιναν μέσα από την καρδιά και ήταν γεμάτες Αγάπη. Δυνατός αέρας φύσηξε γύρω από το μικρό φτωχικό σπιτάκι, παρασέρνοντας τα πεσμένα φύλλα σε έναν τρελό χορό. Τα φύλλα σηκώθηκαν υπακούοντας στις διαταγές του ανέμου. Άρχισαν να στροβιλίζονται και να στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, το ένα δίπλα στο άλλο, φτιάχνοντας σχήματα αλλόκοτα. 
Μα όχι!!! Μια ανθρώπινη φιγούρα σκάρωσαν… ένα μικρό κορίτσι… πανέμορφο!!! Το πρόσωπό της είχε τα χρώματα της φθινοπωρινής γης. Το δέρμα της μύριζε τις μυρωδιές του φθινοπώρου. Το χαμόγελό της ήταν το αγγελικό χαμόγελο ενός εξάχρονου παιδιού. Το βλέμμα της μεθυστικό, σαν το κρασί. Το Αστέρι των Ευχών έστειλε μια φωτεινή ακτίνα πάνω στο φυλλένιο σώμα. Ο άνεμος σταμάτησε μονομιάς. Το κορίτσι έκανε τα πρώτα του βήματα, παρατηρώντας τα πάντα γύρω του με περιέργεια. Μόλις η ακτίνα από το αστέρι κρύφτηκε, φάνηκε ο Ήλιος. Η πρώτη δική του ακτίνα φώτισε τα μάτια της γριάς. Και πήγε ακόμα παραπέρα, προχώρησε βαθειά μέσα στο μυαλό της. Έσβησε όλες τις δυσάρεστες αναμνήσεις και ζωγράφισε νέες, γλυκές… Φυλλένια!!! Πού είσαι κορίτσι μου¨ φώναξε η γριά. Πάλι παίζεις με το φθινοπωρινό αεράκι; Έλα μέσα, μπορεί να βρέξει. Έλα, πρέπει να πας σχολείο, να πάω κι εγώ να βοηθήσω το Γέρο. Θα είναι στα αμπέλια σήμερα. Κι όταν γυρίσει, καλωσόρισέ τον με ένα γλυκό φιλάκι. Από αυτά που τον μαλακώνουν.
Ναι μανούλα, ξέρω. Τα σύννεφα χαμογέλασαν πονηρά. Άφησαν πάλι μια μικρή χαραμάδα. Μια ακτίνα πέρασε, να συναντήσει τον Γέρο. Είχε τόσα να του μάθει…


Παραμύθι από τη φίλη της σελίδας Βάλια.

Εκτύπωση ανάρτησης ή δημιουργία Pdf ή αποστολή της με Email