H Ώρα είναι Εκατό

   


Οι ώρες έρχονται όποια ώρα θέλουν χωρίς να ρωτήσουν κανέναν αν έχει το χρόνο. Οι μέρες έρχονται από μόνες τους ακάλεστες και οι μήνες τρέχουν κατόπιν εντολής του έτους. Η μικρή Ελβίρα αποφασίζει να ξαναφτιάξει τα ρολόγια, να ξαναγράψει τα ημερολόγια. Ελπίζει να κάνει ό,τι θέλει, όποτε θέλει.


Η Ελβίρα άκουσε τη φωνή της 
μαμάς της από το βάθος.


"Ξύπνα, καλή μου, είναι η ώρα".


Ποια είναι αυτή η ώρα δηλαδή;
Και ήταν τόσο ωραία βυθισμένη στο όνειρό της.
Έβλεπε πως έκανε μακροβούτια με κάτι
βατραχοπέδιλα μεγάλα σαν λεωφορείο.
"Σήκω, σε λίγο περνάει το σχολικό".
Αμάν πια, με το σχολικό.
Και ήταν τόσο ωραία στον πάτο της θάλασσας.

Να η πρώτη σκουντιά. Και το πρώτο τράβηγμα παπλώματος. Και τα καλοπιάσματα, τα χαδάκια, οι βλακείες.
"Άσε με, μαμά, κοιμάμαι".
"Σήκω, πέρασε η ώρα".
"Αμάν πια, με την ώρα".
"Έλα, σήκω".
"Χθες γιατί με άφησες;"
"Γιατί ήταν Κυριακή".

Τι πάει να πει, δηλαδή, πως ήταν Κυριακή;
Κι άμα δεν ήταν;
Μεγάλο βάσανο οι μέρες.
Χειρότερο βάσανο οι μέρες.
Όλα σε πρόγραμμα.
Τη Δευτέρα τούτο, την Τετάρτη τ' άλλο
και την Κυριακή έχει καθισιό.
Την Τρίτη τούτο, Την Πέμπτη τ' άλλο
και το Σάββατο τρώμε παγωτό.

Είναι νωρίς για το 'να, είναι αργά για τ' άλλο.
Άκουσε το ρολόι και ξύπνα, δες το φεγγαράκι και ξάπλωσε.
Είναι ώρα φαγητού, είναι ώρα να πάμε εδώ, είναι ώρα να φύγουμε από κει.

Αμάν πια...
Δε με παρατάτε, λέω εγώ, με τις μέρες, με τις ώρες και τα χρόνια;

Έκανε την καρδιά της πέτρα η Ελβίρα,
μπήκε στο σχολικό με χασμουρητά κι ούτε έβαλε το χέρι μπροστά στο στόμα,
όπως κάνουν τα καλά παιδιά.
Έτσι που χάζευε πίσω από το παράθυρο,
της ήρθε μια ιδέα και,
μόλις μπήκε στην τάξη, άρχισε να καταστρώνει το σχέδιό της.

Στις εφτά μέρες της εβδομάδας έβαλε και μια δική της.


Πώς να την πει;


Πώς να την πεί;

Δετάρτη, μέρα αργίας, όποια μέρα θες.
Τρυπώνει ανάμεσα στη Δευτέρα και στην Τρίτη άμα σε βολεύει.
Τη βάζεις ανάμεσα σε Τετάρτη και Πέμπτη.
Γενικά, τη βάζεις όπου θες, όποτε θες.
Είναι επίσημα μέρα αργίας, πασπαρτού.
Αν βαριέσαι να πας σχολείο, λες
"Δετάρτη είναι, δεν αράζω;"
Αν σιχάθηκες το πρόγραμμά σου, λες "Δετάρτη είναι, μέρα βόλτας".

Ωραίααααα. Κι αφού επινόησε τη μέρα, η Ελβίρα αποφάσισε να φτιάξει και την Ώρα Ελλάδας Εκατό.
Μια ολόκληρη ώρα, που τη σφηνώνεις ανάμεσα στο και μισή και στο παρά είκοσι.
Έτσι, δεν καθυστερείς ποτέ.
Έτσι, μακραίνεις όσα θες.

Όταν σου λένε "ξύπνα, είναι η ώρα", λες "δεν έχει ώρα, η ώρα είναι εκατό".
Όταν σου λένε "κοιμήσου, είναι αργά", λες "τι αργά, ούτε πενήντα δεν πήγε ακόμα".

Κι αφού τα ζύγισε από δω, τα γύρισε από κει και τα βρήκε όλα βολικά, η Ελβίρα αποφάσισε να φτιάξει και δικό της μήνα. Γιατί 12 και όχι 13; Και μάλιστα, ένα μήνα ολόκληρο, να τον μετακινείς όπου σ' αρέσει. Ο μήνας που κάνεις ό,τι τραβάει η ψυχή σου.
Ο μήνας Διακοπέμβριος.
Τριάντα μέρες στο ποδήλατο.
Τριάντα μέρες για ξανα-μανα-Χριστούγεννα.
Τριάντα μέρες για έξτρα καλοκαίρι.
Τριάντα μέρες που, άμα θέλω, τις περνάω μπροστά στην τηλεόραση και λογαριασμό δε δίνω κανενός.

Χτύπησε κάποια ώρα το κουδούνι για το διάλλειμα και η Ελβίρα είχε ήδη το δικό της ημερολόγιο, το δικό της ωρολόγιο και την ελπίδα ότι θα έμενε στην ιστορία ως απελευθερωτής από τα δεσμά του χρόνου.


Αποφάσισε να στείλει τις ιδέες της στο δήμαρχο.
Και στον πρωθυπουργό.
Και στο εξωτερικό.
Και να τις βγάλει και στο ίντερνετ, να τις πει και στις ειδήσεις.

Πρώτα απ' όλα όμως, αποφάσισε να τις πει στους φίλους της.
Έφτιαξε λοιπόν προσκλήσεις και τις μοίρασε.


Πρόσκληση
"Σε καλώ σε πάρτυ, να γιορτάσουμε
το ημερολόγιο της νέας εποχής.
Τη Δετάρτη, στις 13 του
Διακοπέμβριου, στις εκατό η ώρα
".

Τη μέρα εκείνη ήρθε πάλι η μαμά της το πρωί.
"Ξύπνα καλή μου, είναι η ώρα".
"Όχι μαμά, σήμερα δεν έχει ούτε ώρα ούτε ξεώρα. Είναι Δετάρτη και στις εκατό η ώρα περιμένω φίλους".

"Παλάβωσες παιδί μου;" είπε η μαμά της κι έτρεξε να φέρει το θερμόμετρο.
Καθώς δεν είχε πυρετό, πήρε το γιατρό να δει αν η τρελαμάρα εκδηλώνεται έτσι στα ξαφνικά.
Η οδηγία ήταν να την αφήσει μια μέρα στο σπίτι να ξεκουραστεί.

Η Ελβίρα ντύθηκε, στολίστηκε και περίμενε τον κόσμο να φανεί.
Πήγε η ώρα 8 και μισή, πήγε 9 παρά είκοσι, μούγγα.

Κάθισε στο κομπιούτερ, είδε τηλεόραση, μέχρι και τους κάκτους πότισε,
αλλά κανείς δεν ήρθε σπίτι.

"Μάλλον χάλασε το κουδούνι" σκέφτηκε και κατέβηκε τρέχοντας.
Το πάτησε κι ακούστηκε το ντριν μέχρι τα πέρατα του σαλονιού.

Κάτι δεν πήγε καλά. Και το είχε οργανώσει τόσο έξυπνα.
Δεν το έβαλε κάτω. Πάρτυ θα γινόταν.
Έβγαλε το παλτό της από την ντουλάπα, το ακούμπησε σε μια καρέκλα και το βάφτισε Ελένη.
Φόρεσε ένα σκούφο στο βάζο με τα ζουμπούλια και το βάφτισε Κώστα.
Έβαλε την πιο μεγάλη κούκλα της στον καναπέ, το γούνινο σκυλάκι στο σκαμπό.
Αποφάσισε να παίξει κουκλοθέατρο.
Τους κέρασε μεταλλικό νερό, γιατί το ψυγείο είχε μόνο κάτι αγγουράκια υγιεινά.
Μετά βαρέθηκε και πήγε να διαβάσει τα μαθήματά της.

Ευτυχώς,
σε μια βδομάδα είχε γενέθλια.



Μπορούσε να γράψει μια πρόσκληση της προκοπής
και να κάνει ένα πάρτυ της προκοπής.



Συγγραφή: Λώρη Κέζα
Εικονογράφηση: Ντανιέλα Σταματιάδη


Εκτύπωση ανάρτησης ή δημιουργία Pdf ή αποστολή της με Email